Το κάταγμα, η ημικρανία και το στομαχικό άλγος έχουν εντελώς διαφορετικά αίτια, ωστόσο σε όλους τους ασθενείς με τις παραπάνω παθήσεις που προσέρχονται στα επείγοντα ενός νοσοκομείου γίνεται η ίδια ερώτηση: «Βαθμολογήστε το άλγος που νιώθετε σε μία κλίμακα από το 1 έως το 10».

Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για τον γιατρό να διαπιστώσει την ένταση του άλγους που βιώνει ο ασθενής και, όπως φαίνεται, είναι εντελώς υποκειμενικός. Η υποκειμενικότητα αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στην εκτίμηση του άλγους, καθώς δύο άνθρωποι μπορεί να βαθμολογήσουν διαφορετικά την ίδια ένταση του άλγους, γεγονός που θα οδηγήσει σε διαφορετική θεραπεία για καθένα από αυτούς. Κάθε εξέταση που βασίζεται σε εκτίμηση του ασθενούς εξαρτάται από την καλή επικοινωνία ανάμεσα στον γιατρό και τους ασθενείς του.

Ωστόσο, αν ο ασθενής έχει χάσει τις αισθήσεις του ή έχει δυσκολίες στην επικοινωνία, μπορεί να μην είναι καν δυνατή η εκτίμηση του άλγους. Επιπλέον, η επικοινωνία ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή μπορεί να επηρεαστεί από τις προκαταλήψεις του πρώτου. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η φυλή και το φύλο παίζουν συχνά ρόλο στη θεραπεία που χορηγείται για την αντιμετώπιση του άλγους. Με άλλα λόγια, ο ίδιος αριθμός στην κλίμακα του πόνου μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά, ανάλογα με το φύλο ή τη φυλή του ασθενούς. Σήμερα, ωστόσο, δύο νέες έρευνες προσφέρουν στους γιατρούς αντικειμενικούς τρόπου για την εκτίμηση του άλγους στους ασθενείς τους.

Οι προκαταλήψεις αναφορικά με το φύλο είναι ένα πρόβλημα που απαντάται συχνά στην κλινική πράξη, με αρκετά άρθρα να αναφέρουν ότι το άλγος στις γυναίκες δεν αντιμετωπίζεται εξίσου σοβαρά με το άλγος στους άνδρες. Οι γυναίκες περιμένουν κατά μέσο όρο 65 λεπτά στα επείγοντα, ενώ οι άνδρες 49 λεπτά. Στις γυναίκες χορηγούνται επίσης συχνότερα ηρεμηστικά, ενώ στους άνδρες αναλγητικά.

Η φυλή παίζει επίσης ρόλο στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι ασθενείς. Μία έρευνα διαπίστωσε ότι οι καυκάσιοι γιατροί και φοιτητές ιατρικής θεωρούσαν χαμηλότερο το άλγος στους ασθενείς αφρικανικής καταγωγής σε σχέση με τους καυκάσιους για τον ίδιο τραυματισμό. Μία άλλη έρευνα παρατήρησε ότι στα παιδιά αφρικανικής καταγωγής χορηγούνται αναλγητικά λιγότερο συχνά μετά την αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως.

Δύο πρόσφατες έρευνες προσφέρουν στους γιατρούς και τους ασθενείς αντικειμενικά εργαλεία για την εκτίμηση του άλγους με τα οποία θα είναι δυνατό να ξεπεραστεί το παραπάνω πρόβλημα. Η μία από αυτές βασίζεται στα εγκεφαλικά κύμματα ενώ η άλλη στο αίμα. Οι δύο εξετάσεις αναπτύχθηκαν για δύο σκοπούς: πρώτον για να βελτιώσουν την επικοινωνία μεταξύ γιατρού-ασθενούς αναφορικά με την εκτίμηση του άλγους και δεύτερον, για την πρόληψη της αλόγιστης χρήσης οπιοειδών.

Για ασθενείς που στο παρελθόν έχουν θεωρηθεί «υπερευαίσθητοι» ή «υστερικοί», οι παραπάνω εξετάσεις θα τους επιτρέψουν να λάβουν την απαραίτητη θεραπεία και να μην απομακρυνθούν από το νοσοκομείο. Οι ασθενείς με αναπηρίες και προβλήματα στην επικοινωνία θα μπορούν επίσης να λάβουν θεραπεία για το χρόνιο άλγος που πιθανώς αντιμετωπίζουν.

Η πρώτη έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Καρλ Σάαμπ από το Πανεπιστήμιο Brown και το Νοσοκομείο του Rhode Island, βασίζεται στις καταγραφές του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (ΗΕΓ).  Το ΗΕΓ αποτελεί ένα μη επεμβατικό τρόπο εκτίμησης της εγκεφαλικής δραστηριότητας μέσω της τοποθέτησης ηλεκτροδίων στην κεφαλή του ασθενούς. Ο Σάαμπ και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι το άλγος στα τρωκτικά μπορεί να εκτιμηθεί εξετάζοντας τη συχνότητα θήτα. Τα κύμματα θήτα ήταν αυξημένα στα ποντίκια που αντιμετώπιζαν ήπιο άλγος, ενώ παρουσίαζαν μείωση όταν τα ποντίκια λάμβαναν κλινικές δόσεις του αναλγητικού Lyrica.

Η δεύτερη έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αλεξάντερ Νικουλέσκου από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, εξέτασε δείγματα αίματος για να ανιχνεύσει δείκτες που σχετίζονται με το άλγος. Οι ερευνητές ουσιαστικά κατέγραψαν τα διάφορα μόρια που βρίσκονται στο αίμα και τις ποσότητές τους. Παρακολουθώντας τους πληθυσμούς δεκάδων μορίων σε ασθενείς που ανέφεραν άλγος, παρατήρησαν ότι οι αλλαγές στην έκφραση των μορίων αυτών ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την υποκειμενική αντίληψη του άλγους.

Ορισμένοι από τους παραπάνω «βιοδείκτες για το άλγος» αποτελούν σήμερα στόχο αρκετών αναλγητικών φαρμάκων, μεταξύ των οποίων τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα αντικαταθλιπτικά και η βιταμίνη Β12. «Καταφέραμε να αντιστοιχήσουμε βιοδείκτες με φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα, με αποτέλεσμα να μειωθεί η ανάγκη χορήγησης οπιοειδών», είπε ο Νικουλέσκου. Ουσιαστικά, η εξέταση αυτή επιτρέπει στους γιατρούς να διαπιστώσουν τι χρειάζεται για να επανέλθουν οι βιοδείκτες σε «φυσιολογικά» επίπεδα, βελτιώνοντας τη διαχείρηση του άλγους, περιορίζοντας παράλληλα τον αριθμό των αναλγητικών που πρέπει να χορηγηθούν.

Οι δύο εξετάσεις βρίσκονται προς το παρόν σε πρώιμα στάδια. Αν και φαίνονται πολλά υποσχόμενες στην εκτίμηση του άλγους, μπορεί να μην αποτελούν ρεαλιστική προσέγγιση για όλους τους ασθενείς. Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα έχει μεγάλο κόστος και χρειάζεται ειδικός γιατρός για να ερμηνεύσει τα αποτελέσματά του, γεγονός που περιορίζει τη διαθεσιμότητά του, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές. Αντίστοιχα, ο χρόνος που χρειάζεται για να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος, καθιστά τα τελευταία χρήσιμα για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου, αλλά όχι τόσο εύχηστα σε οξείες καταστάσεις.

Παρά τις παραπάνω δυσκολίες και οι δύο εξετάσεις φαίνεται ότι είναι πολλά υποσχόμενες. Τόσο η εξέταση αίματος όσο και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα δίνουν τη δυνατότητα να περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό οι διαφορές στην αντιμετώπιση του άλγους που παρατηρούνται σήμερα.

Βιβλιογραφία: Scientific American