Μία νέα έρευνα σε πειραματόζωα δείχνει ότι η στόχευση μίας συγκεκριμένης πρωτεΐνης του νωτιαίου μυελού μπορεί αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη νέων αναλγητικών φαρμάκων για το χρόνιο πόνο.

Σχεδόν 1 στους 5 ενήλικες υποφέρει σήμερα από χρόνιο πόνο, δηλαδή πόνο διάρκειας άνω των 3 μηνών. Ωστόσο, ένα συγκεκριμένο είδος χρονίου πόνου, ο νευροπαθητικός πόνος, είναι αυτός που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον.

Ο νευροπαθητικός πόνος είναι αποτέλεσμα τραυματισμού των νεύρων και επηρεάζει σχεδόν το 10% του πληθυσμού. Καθώς ο μέσος όρος ζωής αυξάνεται σταθερά και υπάρχουν αρκετοί παράγοντες κινδύνου σήμερα, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.

Ο νευροπαθητικός πόνος αποδίδεται σε μία σειρά αιτίων, όπως ο φυσικός τραυματισμός των νεύρων που μεταφέρουν πληροφορίες από το νωτιαίο μυελό στον εγκέφαλο, αρκετές ιογενείς λοιμώξεις, ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και παθήσεις όπως ο διαβήτης και η πολλαπλή σκλήρυνση.

Ανεξαρτήτως αιτίου, η αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου αποτελεί πρόκληση για τους γιατρούς. Μπορεί επίσης να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής, καθώς μπορεί να προκαλέσει καυστικό ή διαξιφιστικό άλγος.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται τυπικά για την αντιμετώπιση του άλγους συνήθως δεν είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου. Όπως δήλωσε η Μετ Ρίχνερ από το Πανεπιστήμιο Aarhus στη Δανία, οι ασθενείς με νευροπαθητικό πόνο μπορεί να δοκιμάσουν αρκετά αναλγητικά φάρμακα χωρίς να παρατηρήσουν οφέλη με κάποιο από αυτά.

Η Ρίχνερ και η ομάδα της, ωστόσο, κατάφεραν να ταυτοποιήσουν μία πρωτεΐνη που μπορεί στο μέλλον να αποτελέσει στόχο για την ανάπτυξη αναλγητικών φαρμάκων για το νευροπαθητικό πόνο. Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances.

Πώς Εμφανίζεται ο Πόνος;

Προηγούμενες έρευνες σε πειραματόζωα είχαν δείξει ότι τα ποντίκια που δεν μπορούν να παράγουν σορτιλίνη, μία πρωτεΐνη που βρίσκεται στην επιφάνεια των νευρικών κυττάρων, δεν νιώθουν πόνο κατά τον τραυματισμό των νεύρων.

Όταν οι ερευνητές απέκλεισαν την οδό της σορτιλίνης σε φυσιολογικά ποντίκια, παρατήρησαν ότι αυτά δεν αντιλαμβάνονται το άλγος.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές προσπάθησαν να διαπιστώσουν τα αίτια του παραπάνω φαινομένου. Καθώς ήδη γνωρίζουμε ότι ο χρόνιος πόνος είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας των νευρικών κυττάρων, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μοριακές τεχνικές, όπως για παράδειγμα αναλύσεις ιστών και πρωτεϊνών, για να διαπιστώσουν τη σύνδεση ανάμεσα στη σορτιλίνη και το άλγος.

Οι αναλύσεις τους στέφθηκαν με επιτυχία και οι επιστήμονες κατάφεραν να κατανοήσουν ποιος είναι ο ρόλος της σορτιλίνης στην εμφάνιση του άλγους.

«Μόλις τραυματιστεί ένα νεύρο και τα νευρικά κύτταρα αρχίσουν να υπερλειτουργούν, απευελυθερώνονται μόρια τα οποία ξεκινούν μία αλληλουχία ενεργειών οι οποίες τελικά οδηγούν στην εμφάνιση άλγους», εξήγησε η Ρίχνερ.

«Η αλληλουχία αυτή μπορεί να ανασταλεί από ένα συγκεκριμένο μόριο στο νωτιαίο μυελό που λέγεται νευροτενσίνη. Οι έρευνές μας έδειξαν ότι η νευροτενσίνη δεσμεύεται από τη σορτιλίνη έτσι ώστε να μην μπορεί να ασκήσει την ανασταλτική της δράση».

Από τα Ποντίκια στον Άνθρωπο

Ένα φάρμακο που εμποδίζει τη δράση της σορτιλίνης μπορεί να σταματήσει ή να μειώσει σημαντικά το νευροπαθητικό πόνο στον άνθρωπο.

Η ομάδα τόνισε, ωστόσο, ότι η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς. Ο πρώτος είναι ότι οι μελλοντικές έρευνες σχετικά με τον αποκλεισμό της σορτιλίνης θα χρειαστούν τη βοήθεια των φαρμακευτικών εταιριών. Δεύτερον, η έρευνα εξέτασε ποντίκια επομένως δεν μπορούμε να πούμε ακόμα με βεβαιότητα ότι οι παρατηρήσεις της επαληθεύονται και στον άνθρωπο.

Ωστόσο, οι επιστήμονες είναι αρκετά αισιόδοξοι και δήλωσαν ότι κατά πάσα πιθανότητα η σορτιλίνη θα έχει τις ίδιες επιδράσεις και στον άνθρωπο.

«Η έρευνά μας διεξήχθη σε ποντίκια, ωστόσο αρκετοί μηχανισμοί είναι κοινοί στους ανθρώπους και αυτά τα πειραματόζωα. Αυτό μας δείχνει ότι προφανώς κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στους ανθρώπους που υποφέρουν από χρόνιο πόνο», δήλωσε ο Κρίστιαν Βέγκτερ, ένας επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Η ανάπτυξη μίας θεραπείας, ωστόσο, θα βασιστεί στην αναστολή της δράσης της σορτιλίνης τοπικά στο νωτιαίο μυελό, κάτι που θα χρειαστεί εκτεταμένες μελέτες. Προς το παρόν, η αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου παραμένει μεγάλη πρόκληση.