Τα αίτια της σχιζοφρένειας αποτελούν μυστήριο εδώ και αρκετά χρόνια, ωστόσο μία νέα έρευνα έκανε μία μεγάλη ανακάλυψη. Η έρευνα, στην οποία έλαβαν μέρος 2602 άτομα επιβεβαίωσε ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της ανεπάρκειας βιταμίνης D στη γέννα και της εμφάνισης σχιζοφρένειας στη μετέπειτα ζωή.

Αν και οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν σημεία της διαταραχής μέχρι την ηλικία των 15 ετών, οι νευρολόγοι είχαν υποθέσει στο παρελθόν ότι η νόσος μπορεί να ξεκινήσει από τη μήτρα. Όλο και περισσότερα δεδομένα υποστηρίζουν την υπόθεση αυτή, ωστόσο οι ακριβείς μηχανισμοί είναι ακόμα άγνωστοι.

Υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι η νόσος έχει γενετική βάση και, σε αρκετές περιπτώσεις, φαίνεται ότι ενοχοποιούνται και άλλοι παράγοντες.

Γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου από τα οστά και η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές όπως οστεοπόρωση και ραχίτιδα, ωστόσο ακόμα δεν γνωρίζουμε όλες τις επιδράσεις της στον οργανισμό.

Σήμερα, με βάση τα πρόσφατα αυτά δεδομένα, φαίνεται ότι η θρεπτική αυτή ουσία μπορεί να παίζειρόλο στην εμφάνιση της σχιζοφρένειας.

«Η σχιζοφρένεια είναι ουσιαστικά μία ομάδα διαταραχών του εγκεφάλου που χαρακτηρίζονται από συμπτώματα όπως ψευδαισθήσεις, παραληρήματα και έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών», είπε ο νευροεπιστήμονας Τζον ΜακΓκραθ από το Ινστιτούτο Queensland στην Αυστραλία, ο οποίος συνέγραψε τη μελέτη.

«Η έρευνα που δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα δείχνει ότι σε ένα μεγάλο δείγμα βρεφών από τη Δανία, αυτά που είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης D στη γέννα έχουν 44% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σχιζοφρένεια ως ενήλικες».

Η έρευνα, η οποία έγινε στη Δανία, χρησιμοποίησε το Danish National Register, μία ανώνυμη βάση δεδομένων και πληροφοριών υγείας που χρησιμοποιείται για τη μελέτη τάσεων υγείας και στατιστικών.

Οι ερευνητές ταυτοποίησαν 2602 άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1981 μέχρι το 2001 και διεγνώσθησαν με σχιζοφρένεια ως νεαροί ενήλικες. Οι ερευνητές εξέτασαν τη συγκέντρωση της βιταμίνης D σε δείγματα αίματος που είχαν ληφθεί από τους παραπάνω εθελοντές ως νεογέννητα βρέφη.

Στη συνέχεια συνέκριναν τα αποτελέσματα αυτά με μία ομάδα ελέγχου που δεν εμφάνισε τελικά σχιζοφρένεια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι υπήρχε σημαντική διαφορά. Η βιταμίνη D θα μπορούσε να ενοχοποιείται για τουλάχιστον το 8% των περιστατικών σχιζοφρένειας στη Δανία, είπαν οι ερευνητές.

Στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της σχιζοφρένειας και της γέννησης το χειμώνα ή την άνοιξη σε περιοχές με μεγάλο υψόμετερο στη Δανία. Την εποχή αυτή υπάρχει μειωμένη ηλιοφάνεια, γεγονός που μειώνει την παραγωγή την βιταμίνης D από τον οργανισμό.

Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι ο λόγος μπορεί να είναι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D και χρησιμοποίησαν τη βάση δεδομένων της Δανίας για να εξετάσουν περαιτέρω την υπόθεσή τους.

«Η σχιζοφρένεια είναι πολύ σοβαρή νόσος επομένως πρέπει να εξετάσουμε όλα τα στοιχεία», είπε οΜακΓκραθ.

«Ο στόχος είναι η πρόληψη της εμφάνισης σχιζοφρένειας. Πιστεύω ότι η σύνδεση μεταξύ του φολικού οξέος και της δισχιδούς ράχης είναι ένα καλό παράδειγμα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ασφαλή, απλά και φτηνά μέτρα μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη των διαταραχών του εγκεφάλου».

Προηγούμενες έρευνες είχαν επίσης παρατηρήσει γενετική σύνδεση μεταξύ της σχιζοφρένειας και του αυτισμού, καθώς και σύνδεση μεταξύ του αυτισμού και της περιγεννητικής ανεπάρκειας βιταμίνης D.

Προφανώς αυτό το σημαντικό εύρημα δεν αποτελεί τη μόνη εξήγηση. Η σχιζοφρένεια εμφανίζεται ακόμα σε μεγάλα ποσοστά σε περιοχές με υψηλά επίπεδα ηλιοφάνειας και μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα με φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D κατά τη γέννηση.

Η ομάδα σκοπεύει να διερευνήσει περαιτέρω την παραπάνω σύνδεση με σκοπό να ανακαλύψει μία απλή και αποτελεσματική μέθοδο για την πρόληψη της σχιζοφρένειας τουλάχιστον σε ορισμένα άτομα.

«Το επόμενο βήμα είναι να γίνουν τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με συμπληρώματα βιταμίνης D σε έγκυες γυναίκες με ανεπάρκεια βιταμίνης D, με σκοπό να εξεταστεί η επίδραση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και τον κίνδυνο εμφάνισης νευρολογικών διαταραχών όπως ο αυτισμός και η σχιζοφρένεια», είπε ο ΜακΓκραθ.

Βιβλιογραφία: Science Alert