Όλα τα νεοπλάσματα που δίνουν μεταστάσεις σε άλλα όργανα του σώματος, έχουν κύτταρα τα οποία διαφεύγουν στην κυκλοφορία του αίματος. Οι γιατροί μπορούν να εξετάσουν τα κύτταρα αυτά για να παρακολουθήσουν την πορεία του καρκίνου. Η ανάλυση των κυκλοφορούντων νεοπλασματικών κυττάρων (CTC) δεν γίνεται ακόμα τυπικά σε όλους τους καρκινοπαθείς, κυρίως λόγω της δυσκολίας να απομονωθούν από τα εκατομμύρια των φυσιολογικών κυττάρων που βρίσκονται σε ένα δείγμα αίματος.

Η έρευνα γι’ αυτά ωστόσο συνεχίζεται και προσφάτως, μία ομάδα ερευνητών ανέφερε ότι οι θεραπευτικές ενέργειες που έγιναν με βάση τα επίπεδα των CTC είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το προσδόκιμο ζωής των ανδρών με μεταστατικό καρκίνο του προστάτου.

Η θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του προστάτου περιλαμβάνει συνήθως φάρμακα που παρεμβαίνουν στην παραγωγή ή τη χρήση της τεστοστερόνης από τον οργανισμό. Η τεστοστερόνη είναι η κύρια ανδρική ορμόνη και επιταχύνει την εξάπλωση του όγκου. Αν οι τυπικές ορμονικές θεραπείες δεν είναι αποτελεσματικές τότε ο γιατρός έχει δύο επιλογές: μπορεί είτε να χορηγήσει χημειοθεραπευτικά φάρμακα γνωστά ως ταξάνες, ή να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς ορμονικούς αποκλειστές που δρουν ειδικά τους ανδρογονικούς υποδοχείς των καρκινικών κυττάρων. Οι τελευταίοι λέγονται αναστολείς σηματοδότησης ανδρογονικών υποδοχέων (ARS) και περιλαμβάνουν δύο παράγοντες, την ενζαλουταμίδη και την αμπιρατερόνη. Κανένας από αυτούς, ωστόσο, δεν μπορεί να δράσει αν ο ανδρογονικός υποδοχέας φέρει μία γενετική μετάλλαξη που λέγεται AR-V7. Η μετάλλαξη αυτή προκαλεί επίσης ταχύ πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.

Με όλο και περισσότερα δεδομένα να δείχνουν ότι η μετάλλαξη δεν επηρεάζει την απόκριση του οργανισμού στις ταξάνες, οι επιστήμονες αποφάσισαν να διερευνήσουν αν ο έλεγχος για την παρουσία της μετάλλαξης AR-V7 στα κυκλοφορύντα νεοπλασματικά κύτταρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιλογή καταλληλότερης θεραπείας.

Η έρευνα

Οι ερευνητές ξεκίνησαν συλλέγοντας δείγματα αίματος από 142 εθελοντές με μεταστατικό καρκίνο του προστάτου οι οποίοι δεν ανταποκρίνοντο στην τυπική ορμονική θεραπεία. Μετά τον έλεγχο των κυττάρων για την πρωτεΐνη AR-V7, οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία είτε με ARS αναστολείς είτε με ταξάνες, ανάλογα με την απόφαση του γιατρού τους. Ο γιατρός που χροήγησε τις παραπάνω θεραπείες δεν γνώριζε αν ο ασθενείς φέρει τη μετάλλαξη AR-V7.

Τελικά, οι μισοί ασθενείς έλαβαν θεραπεία με αναστολείς ARS, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν ταξάνες. Όπως αποδείχτηκε, οι άνδρες που είχαν αρνητική εξέταση AR-V7 έζησαν περισσότερο όταν έλαβαν θεραπεία με αναστολείς ARS. Συγκεκριμένα, το προσδόκιμο επιβίωσής τους ήταν 19.8 μήνες κατά μέσο όρο, ενώ το αντίστοιχο προσδόκιμο για τους άνδρες που έλαβαν θεραπεία με ταξάνη ήταν 12.8 μήνες. Αντιθέτως, οι άνδρες που είχαν θετική εξέταση για την AR-V7 επιβίωσαν περισσότερο όταν έλαβαν ταξάνες. Το προσδόκιμο επιβίωσής τους ήταν 14.3 μήνες, σε σύγκριση με τους άνδρες που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς  ARS οι οποίοι είχαν προσδόκιμο μόλις 7.3 μήνες.

Από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι η AR-V7 μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την επιλογή πιο αποτελεσματικών, αξατομικευμένων θεραπειών. Τα κυκλοφορούντα νεοπλασματικά κύτταρα μπορούν να ανιχνευθούν μέσω της υγρής βιοψίας και να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την πρόγνωση του ασθενούς.

Η παρούσα έρευνα προσθέτει επιπλέον δεδομένα σε αυτά που ήδη γνωρίζουμε για την AR-V7 στον καρκίνο του προστάτου. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η εξέταση αυτή θα χρησιμοποιείται περισσότερο στο μέλλον καθώς επιτρέπει στους γιατρούς να χορηγήσουν εξατομικευμένες θεραπείες με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά της νόσου.

Βιβλιογραφία: Harvard Health Publishing