Μία νέα έρευνα από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ντάλλας, αποκαλύπτει νέα στοιχεία σχετικά με την πηγή του χρονίου πόνου στον άνθρωπο, προσφέροντας παράλληλα νέους στόχος για την αντιμετώπισή του.

Η έρευνά δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain και εξέτασε εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα που βρίσκονται στη βάση της σπονδυλικής στήλης. Οι ερευνητές μελέτησαν τα κύτταρα αυτά, που λέγονται γάγγλια της ραχιαίας ρίζας (dorsal root ganglia), τα οποία είχαν προέλθει από καρκινοπαθείς.

Οι ερευνητές κατέγραψαν διαφορές στην έκφραση του RNA στα κύτταρα των παραπάνω γαγγλίων σε ασθενείς με διαφορερικά επίπεδα πόνου και ανάλογα με το φύλο. Χρησιμοποιώντας ανάλυση της αλληλουχίας του RNA, μία εξειδικευμένη τεχνική ανάλυσης γονιδίων, στα κύτταρα αυτά, αποκάλυψαν μία λίστα βιοχημικών οδών τις οποίες οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να παρασκευάσουν αναλγητικά φάρμακα.

«Τα χειρουργεία που μας έδωσαν πρόσβαση στα συγκεκριμένα γάγγλια δεν γίνονται σε πολλά νοσοκομεία», είπε ο Δρ Τεντ Πράις, επικεφαλής της έρευνας. «Εξετάσαμε συνολικά 21 εθελοντές, αριθμός ο οποίος μπορεί να φαίνεται μικρός, ωστόσο είναι τεράστιος σε σχέση με προηγούμενες έρευνες για το χρόνιο πόνο που είχαν αναλύσει την αλληλουχία του RNA».

Ο χρόνιος πόνος θεωρείται νευροπαθητικός όταν προκαλείται από βλάβες στα νευρικά κύτταρα. Παραδείγματα του παραπάνω είναι το άλγος μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και τα αισθήματα «καρφίτσας και βελόνας» που σχετίζονται με το διαβήτη.

«Τα περιφερικά νευρικά κύτταρα συνήθως ενεργοποιούνται λόγω εξωτερικών ερεθισμάτων, για παράδειγμα ένα έγκαυμα, ένα τρύπημα των δακτύλων, κλπ», είπε ο Πραντίπτα Ρέι ένας από τους επιστήμονες που έλαβαν μέρος στην έρευνα. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νευρώνες μπορεί να ενεργοποιούνται συνέχεια χωρίς να υπάρχει ερέθισμα, γεγονός που προκαλεί χρόνιο πόνο».

«Αν τα κύτταρα ενεργοποιούνται χωρίς κάποιο ερέθισμα που μπορούμε να ανιχνεύσουμε, το φαινόμενο αυτό λέγεται αυθόρμητη δραστηριότητα», είπε ο Πράις. «Κάναμε ένα σημαντικό βήμα με αυτή την έρευνα για να ταυτοποιήσουμε βιοφυσικές οδούς μέσω των οποίων η δραστηριότητα που προκαλεί άλγος ταξιδεύει μέσα στον οργανισμό».

Η δουλειά του Ρέι ήταν η ταυτοποίηση υψηλής ποιότητας γονιδίων-στόχος που θα μπορούσαν να αναλυθούν από μελλοντικές έρευνες.

«Υπάρχουν περίπου 50-100 γονίδια που πρέπει να εξεταστούν», είπε. «Τα 2/3 από αυτά είναι είτε εντελώς άγνωστα είτε γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με το ρόλο τους στον πόνο. Ταξινόμησα τα γονίδια αυτά ανάλογα με το αν μπορούν να αποτελέσουν βιοδείκτες ή θεραπευτικούς στόχους και ξεχώρισα 10 στα οποία πρέπει να επικεντρωθούν οι μελλοντικές έρευνες. Τα γονίδια αυτά ανήκουν σε δίκτυα που εμπλέκονται στην ανοσιακή σηματοδότηση και απόκριση και εκφράζονται διαφορετικά στους άνδρες και τις γυναίκες».

Αν και δεν υπάρχει τρόπος να εξαχθούν και να αναλυθούν τα γάγγλια της ραχιαίας ρίζας από τους περισσότερους ασθενείς με χρόνιο πόνο, οι ερευνητές πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρχουν άλλα κύτταρα που μοιράζονται τους ίδιους δείκτες. Προκλινικά μοντέλα δείχνουν ήδη ότι ανοσιακά κύτταρα όπως τα Τ-λεμφοκύτταρα μπορεί να εξυπηρετούν αυτό το σκοπό.

«Οι νευρώνες και τα ανοσιακά κύτταρα είναι διαφορετικά σε κάθε άτομο», είπε ο Ρέι. «Αν τα ανοσιακά κύτταρα αλλάζουν με τον ίδιο τρόπο όπως τα νευρικά, το ‘ιστορικό’ τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον γιατρό για να επιλέξει την κατάλληλη θεραπεία για τον κάθε ασθενή».

Ο Δρ Τάε Χουν Κιμ έκανε ανάλυση της αλληλουχίας του RNA.

«Αυτή είναι η πρώτη εκτενής έρευνα σχετικά με τον τρόπο που ο χρόνιος πόνος επηρεάζει τη γονιδιακή έκφραση σε ανθρώπινα γάγγλια ραχιαίων γαγγλίων από ζωντανούς εθελοντές, επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντική», είπε.

Προηγούμενες έρευνες του Πράις είχαν δείξει ότι υπάρχουν διαφορές στην εμφάνιση του χρονίου πόνου ανάμεσα στα δύο φύλα.

«Ένα μεγάλο εύρος μηχανισμών διαφέρουν στους άντρες και τις γυναίκες και, απ΄ό,τι φαίνεται, το ίδιο ισχύει και στον χρόνιο πόνο», είπε ο Πράις. «Υπήρχαν περισσότερες διαφορές στα ενεργά γονίδια ανάλογα με το φύλο παρά ανάλογα με την ένταση του πόνου».

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι αρκετές προηγούμενες έρευνες σε πειραματόζωα ήταν γενικά σωστές, αλλά στερούνται ακρίβειας, πρόσθεσε ο Πράις.

«Στη ανάπτυξη νέων θεραπειών, οι λεπτομέρειες έχουν μεγάλη σημασία», είπε. «Αρκετά φάρμακα που είχαν δοκιμαστεί σε πειραματόζωα ήταν τελικά αποτελεσματικά, ωστόσο είχαν ανεπιθύμητες ενέργειες, επομένως δεν εγκρίθηκαν. Τώρα γνωρίζουμε πλέον καλύτερα γιατί τα φάρμακα αυτά δεν πέρασαν τις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους».

Ο Πράις είπε ότι η ομάδα του «έχει αρκετές ιδέες για την ανάπτυξη φαρμάκων και το σχεδιασμό προκλινικών δοκιμών». Ελπίζει ότι η έρευνά του θα αποτελέσει σταθμό στη μελέτη του χρονίου πόνου.

Βιβλιογραφία: The University of Texas at Dallas