Χωρίς αμφιβολία ζούμε σε εποχές όπου αντιμετωπίζουμε καθημερινά έντονο στρες. Ωστόσο, αν και το υποκειμενικό αίσθημα του στρες αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε τόσο για την προέλευση, όσο και για τους μηχανισμούς του.

Όταν βιώνουμε φυσικό στρες, όπως για παράδειγμα άλγος ή αίσθημα πείνας, ο υποθάλαμος προκαλεί παραγωγή ορμονών από τα επινεφρίδια. Οι ορμόνες αυτές λέγονται γλυκοκορτικοειδή και βοηθούν στη ρύθμιση της απόκρισης στο στρες.

Τι συμβαίνει όμως με το υποκειμενικό στρες, το οποίο είναι γνωστό και ως συναισθηματικό ή ψυχολογικό; Πού εντοπίζονται τα αρνητικά αισθήματα πίεσης, άγχους και φόβου στον εγκέφαλο;

Οι επιστήμονες δεν μπορούν να απαντήσουν με βεβαιότητα στο παραπάνω ερώτημα, ωστόσο προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι το υποκειμενικό ή συναισθηματικό στρες (το οποίο από δω και στο εξής θα αναφέρουμε απλά ως «στρες») δεν σχετίζεται πάντοτε με το φυσικό στρες, γεγονός που δείχνει ότι τα νευροβιολογικά αίτια του στρες εντοπίζονται πιθανώς σε άλλο σημείο του εγκεφάλου.

Δεδομένα από ανθρώπους εθελοντές, αλλά και πειραματόζωα έχουν δείξει ότι οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν πιθανώς τον ιππόκαμπο, μία περιοχή του εγκεφάλου που βοηθά στη ρύθμιση της μνήμης, των συναισθημάτων και του προσανατολισμού. Αν και η σύνδεση του ιπποκάμπου με το στρες έχει μελετηθεί εκτενώς, η φύση της δεν είναι ακόμα σαφής.

Σε μία νέα έρευνα, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Yale προσπάθησαν να εξετάσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν αντιμετωπίζουμε στρες.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 60 υγιείς ενήλικες εθελοντές στους οποίους οι ερευνητές έδειξαν μία σειρά εικόνες. Οι τελευταίες είχαν σκοπό να προκαλέσουν διάφορες αποκρίσεις που σχετίζονται με στρες (όπως οργή, αποστροφή, φόβο και λύπη). Οι εθελοντές είδαν επίσης διάφορες ουδέτερες εικόνες που σκοπό είχαν να τους ηρεμήσουν.

Κατά τη διάρκεια του πειράματος, οι ερευνητές παρακολούθησαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου των εθελοντών με λειτουργική MRI (fMRI). Οι εθελοντές ανέφεραν επίσης πόσο στρεσογόνες θεωρούσαν τις εικόνες που έβλεπαν.

Όταν η επιστημονική ομάδα ανέλυσε τα αποτελέσματα, διαπίστωσε ότι όταν οι εθελοντές ένιωθαν στρες, αυξανόταν η δραστηριότητα στο σύστημα ιπποκάμπου – υποθαλάμου –  παραϊπποκαμπείου φλοιού (PHC) και κάτω κροταφικής έλικας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό αποτελεί παράδειγμα ενός θετικού δικτύου, όπου η αυξημένη δραστηριότητα σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα στρες.

Αντιθέτως, η αυξημένη δραστηριότητα στο δίκτυο ιπποκάμπου – ραχιοπλευρικού προμετωπιαίου λοβού – μετακεντρικής έλικας και παρεγκεφαλίδας συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα στρες, συνιστά δηλαδή ένα αρνητικό δίκτυο.

Όπως φαίνεται, τα επίπεδα του στρες καθορίζονται από μία προσαρμοστική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο παραπάνω δίκτυα, τα οποία συνδυάζονται με σκοπό να ενισχύσουν ή να περιορίσουν το αίσθημα του στρες.

«Παρά τον ξεχωριστό ρόλο καθενός από τα παραπάνω δίκτυα, η έρευνά μας δείχνει ότι οι εθελοντές ενεργοποιούσαν και τα δύο δίκτυα προκειμένου να προσαρμόσουν το αίσθημα του στρες», εξήγησαν οι επιστήμονες στην έρευνά τους.

«Αυτό σημαίνει ότι, όταν αντιμετώπιζαν χαμηλό στρες, παρατηρήσαμε αυξημένη δραστηριότητα στα αρνητικά δίκτυα (η δράση των οποίων συνδέεται με περιορισμό του στρες), αλλά και χαμηλότερη δραστηριότητα στα θετικά δίκτυα».

Αν και υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε σχετικά με το ρόλο του υποθαλάμου στη ρύθμιση του στρες, οι ερευνητές ελπίζουν ότι η ανακάλυψή τους μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για τον περιορισμό του στρες.

«Οι παρατηρήσεις μας θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη θεραπευτικών παρεμβάσεων για πολλαπλούς στόχους, περιορίζοντας τη δραστηριότητα των δικτύων που ενισχύουν το στρες και αυξάνοντας την ισχύ των συνδέσεων από τον ιππόκαμπο στον πρόσθιο φλοιό, με αποτέλεσμα να μειώνεται το στρες», εξήγησε ο Rajita Sinha, επικεφαλής της έρευνας.