Οι περισσότεροι άνθρωποι θα παρουσιάσουν ένα οξύ επεισόδιο άγχους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους όταν βρεθούν αντιμέτωποι με μία στρεσογόνο κατάσταση. Για αρκετούς ανθρώπους, ωστόσο, τα άγχος αποτελεί μία σταθερή κατάσταση η οποία επηρεάζει αρνητικά αρκετές πτυχές της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, σχεδόν 264 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως υποφέρουν από αγχώδεις διαταραχές.

Τα αγχολυτικά φάρμακα, τα οποία τυπικά στοχεύουν το κεντρικό νευρικό σύστημα, μπορεί να προσφέρουν οφέλη, ωστόσο συνήθως δεν αποτελούν οριστική θεραπεία για τις παραπάνω διαταραχές.

Μία νέα έρευνα που παρουσιάστηκε στο European and International Conference on Obesity δείχνει ότι οι αγχώδεις διαταραχές αποδίδονται εν μέρει σε δυσλειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος. Συγκεκριμένα, από τις παρατηρήσεις των ερευνητών φαίνεται ότι η φλεγμονή παίζει βασικό ρόλο στην παθολογία των διαταραχών του άγχους, γεγονός που ανοίγει το δρόμο για νέες θεραπείες.

Επικεφαλής της έρευνας ήταν η Juliya Onofriichuk από το Kyiv City Clinical Hospital στην Ουκρανία.

«Οι παρατηρήσεις μας ουσιαστικά δείχνουν ότι το ενδοκρινικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στις αγχώδεις διαταραχές. Οι γιατροί που εξετάζουν ασθενείς με τις παραπάνω διαταραχές θα πρέπει να εξετάζουν πάντοτε τη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, όσο και του υπολοίπου ενδοκρινικού συστήματος».

Ο Θυρεοειδής Αδένας

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει δύο σημαντικές ορμόνες, τη θυροξίνη (Τ4) και την τριιωδοθυρονίνη (Τ3) οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της καρδιάς και των μυών, την πέψη, την ανάπτυξη του εγκεφάλου και την οστική υγεία.

Οι ορμόνες Τ4 και Τ3 ρυθμίζουν τα επίπεδα των ορμονών αδρεναλίνη και ντοπαμίνη.

Η αδρεναλίνη είναι η ορμόνη της απόκρισης «fight-or-flight». Συνδέεται με εκρήξεις ενέργειας, όπως αυτές που παρατηρούνται κατά την απόκριση σε μία απειλή.

Η ντοπαμίνη είναι η ορμόνη της επιβράβευσης στον εγκέφαλο. Τα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα της ορμόνης επηρεάζουν τη διάθεση και την κρίση του ατόμου.

Η φλεγμονή του θυρεοειδούς αδένα αποδίδεται συνήθως σε παθολογική στόχευσή του από το ανοσοποιητικό σύστημα. Το τελευταίο παράγει αντισώματα τα οποία προκαλούν βλάβες στο θυρεοειδή αδένα επηρεάζοντας έτσι τη λειτουργία του.

Η Έρευνα

Η Onofriichuk και οι συνεργάτες της εξέτασαν συνολικά 29 άνδρες και 27 γυναίκες. Η μέση ηλικία των ανδρών ήταν τα 33.9, ενώ των γυναικών τα 31.7. Όλοι οι εθελοντές είχαν διαγνωστεί με διαταραχές του άγχους και είχαν παρουσιάσει οξέα επεισόδια άγχους.

Οι επιστήμονες εξέτασαν το θυρεοειδή αδένα των ασθενών με τη χρήση υπερήχου, ενώ υπολόγισαν επίσης τα επίπεδα των Τ3 και Τ4.

Όπως διαπίστωσαν, οι θυρεοειδείς αδένες των ασθενών με αγχώδεις διαταραχές είχαν ενδείξεις φλεγμονής, ενώ οι ασθενείς είχαν και θυρεοειδικά αντισώματα.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι υπήρχε φλεγμονή στο θυρεοειδή αδένα, η λειτουργία του δεν είχε επηρεαστεί στους περισσότερους ασθενείς. Τα επίπεδα των Τ4 και Τ3 αν και ελαφρώς αυξημένα, ήταν εντός φυσιολογικών ορίων.

Για την αντιμετώπιση της φλεγμονής, οι επιστήμονες χορήγησαν στους ασθενείς ιβουπροφαίνη και θυροξίνη για 14 ημέρες. Η θεραπεία αυτή κατάφερε να περιορίσει σημαντικά τη φλεγμονή στη θυρεοειδή αδένα.

Μετά την υποχώρηση της φλεγμονής, τα επίπεδα του άγχους που αντιμετώπιζαν οι ασθενείς περιορίστηκαν σημαντικά., σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκαναν οι γιατροί.

Τι Σημαίνουν τα Αποτελέσματα;

Οι επιστήμονες δεν εξερεύνησαν το ρόλο των ορμονών του φύλου και των ορμονών από τα επινεφρίδια στις αγχώδεις διαταραχές, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες έχουν αναδειχθεί στο παρελθόν ως παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της νόσου. Παρά το παραπάνω γεγονός, τα αποτελέσματα της έρευνας προσφέρουν ελπίδες στους ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές.

Οι θεραπείες για τις αγχώδεις διαταραχές πιθανώς θα είναι πιο αποτελεσματικές αν οι γιατροί λαμβάνουν επίσης υπόψη το ρόλο του ενδοκρινικού συστήματος. Η νέα έρευνα ουσιαστικά δείχνει ότι οι αγχώδεις διαταραχές δεν αποδίδονται αποκλειστικά στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Καθώς η παρούσα μελέτη είχε σχετικά μικρό μέγεθος, οι παρατηρήσεις της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες με placebo.