Είναι γνωστό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ κατάθλιψης και καρδιακής νόσου. Ωστόσο, μέχρι προσφάτως, οι μηχανισμοί που μπορούν να εξηγήσουν την παραπάνω σύνδεση ήταν άγωστοι. Μία νέα έρευνα, ωστόσο αποκαλύπτει ότι η φλεγμονή που προκαλείται από το στρες αποτελεί πιθανώς την κοινή συνισταμένη των δύο παθήσεων.

Η καρδιακή νόσος αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η κατάθλιψη, με τη σειρά της, αποτελεί την πρώτη αιτία αναπηρίας και είναι μία από τις πλέον κοινές ψυχικές νόσους σήμερα.

Αρκετές έρευνες στο παρελθόν έχουν δείξει ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις δύο νόσους. Για παράδειγμα, βιβλιογραφικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο έχουν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν κατάθλιψη, ενώ οι ασθενείς με κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νόσων.

Επίσης, οι ασθενείς με κατάθλιψη και καρδιακή νόσο έχουν αυξημένη πιθανότητα θανάτου από την τελευταία σε σχέση με ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή νόσο και δεν έχουν κατάθλιψη. Η σύνδεση μεταξύ των δύο νόσων είναι επίσης ανάλογη, δηλαδή όσο πιο σοβαρή είναι η κατάθλιψη, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα του ασθενούς να παρουσιάσει καρδιακή νόσο ή να καταλήξει από αυτή.

Πώς εξηγείται όμως η παραπάνω σύνδεση; Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με επικεφαλής τον Γκόλαμ Κάντακερ και τον Στίβεν Μπερζές, έκαναν μία έρευνα με σκοπό να δώσουν απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry.

Μελετώντας τον Κίνδυνο Κατάθλιψης και Καρδιακής Νόσου

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα για σχεδόν 370.000 εθελοντές ηλικίας 40-69 ετών τα οποία είχαν λάβει από τη βάση δεδομένων UK Biobank.

Θέλησαν αρχικά να εξετάσουν αν το οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου αυξάνει τον κίνδυνο μείζονος κατάθλιψης, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την έρευνά τους. Στην πραγματικότητα, οι εθελοντές που είχαν χάσει τουλάχιστον ένα γονέα από καρδιακή νόσο είχαν 20% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν κατάθλιψη.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές αναρωτήθηκαν αν τα γονίδια είναι υπεύθυνα για την παραπάνω σύνδεση. Υπολόγισαν το γενετικό σκορ κινδύνου για τη στεφανιαία νόσο αλλά δεν βρήκαν σύνδεση με τη γενετική προδιάθεση για την καρδιακή νόσο και τον κίνδυνο κατάθλιψης.

Αυτό ουσιαστικά έδειξε ότι οι δύο νόσοι δεν έχουν κοινή γενετική προδιάθεση. Εξέτασαν στη συνέχεια αν υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης και των δύο νόσων. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησαν ένα στατιστικό εργαλείο που λέγεται Μεντελική Τυχαιοποίηση για να εξετάσουν βιολογικούς δείκτες (βιοδείκτες) που μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου.

Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν συχνά την τεχνική αυτή για να εκτιμήσουν αν υπάρχει αιτιολογική σχέση μεταξύ ενός παράγοντα κινδύνου και μίας κλινικά σημαντικής εκδήλωσης.

Η ανάλυσή τους αποκάλυψε τρεις βιοδείκτες για τον κίνδυνο καρδιακής νόσου που αποτελούσαν επίσης παράγοντα κινδύνου για την κατάθλιψη: τα τριγλυκερίδια και τις φλεγμονώδεις πρωτεΐνες IL-6 και CRP.

Ο οργανισμός παράγει τις πρωτεΐνες IL-6 και CRP ως απόκριση σε λοιμώξεις, στο κάπνισμα, στην κατανάλωση αλκοόλ, στη φυσική άσκηση ή στο ψυχολογικό στρες. Υψηλές τιμές των δεικτών φλεγμονής παρατηρούνται επίσης στην ανθεκτική κατάθλιψη. Υψηλές τιμές των IL-6 και CRP ειδικά, χαρακτηρίζουν τα οξέα επεισόδια κατάθλιψης.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει επίσης ότι οι ασθενείς με υψηλές τιμές της IL-6 και της CRP έχουν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν κατάθλιψη.

Η Φλεγμονή Εξηγεί ίσως τη Σύνδεση

«Μία θεωρία», σύμφωνα με τον Καντάκερ, «είναι ότι η καρδιακή νόσος και η κατάθλιψη μοιράζονται κοινούς υποκείμενους βιολογικούς μηχανισμούς, οι οποίοι εκδηλώνονται ως δύο διαφορετικές παθήσεις σε δύο διαφορετικά όργανα, το καρδιαγγειακό σύστημα και τον εγκέφαλο».

«Η φλεγμονή μπορεί να είναι η κοινή συνισταμένη ανάμεσα στις δύο παθήσεις», συμπλήρωσε.

Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες. Σημειώνουν επίσης ότι ο ρόλος των τριγλυκεριδίων στον κίνδυνο κατάθλιψης δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως.

«Αν και δεν γνωρίζουμε τους κοινούς μηχανισμούς ανάμεσα στις δύο νόσους, τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα σίγουρα παίζει κάποιο ρόλο», είπε ο Μπερζές.

«Η ταυτοποίηση γενετικών αλληλομόρφων που επηρεάζουν τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου», πρόσθεσε, «είναι το πρώτο βήμα για να διαπιστώσουμε τι ακριβώς προκαλεί τη νόσο».