Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα τρισεκατομμύρια βακτήρια που βρίσκονται στο έντερό μας, δηλαδή το εντερικό μικροβίωμα, παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας μας. Η διαταραχή της ισορροπίας του εντερικού μικροβιώματος έχει ενοχοποιηθεί για μία σειρά παθήσεις, από την παχυσαρκία και το διαβήτη μέχρι τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου. Δεδομένα έχουν δείξει μάλιστα, ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει και την ψυχική μας υγεία.

Ένας μεγάλος αριθμός ερευνών έχει δείξει ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να τροποποιηθεί μέσω της διατροφής. Για παράδειγμα, η κατανάλωση φυτικών ινών και γαλακτοκομικών ενισχύει τον πολλαπλασιασμό των ωφελίμων βακτηρίων. Τελευταία δεδομένα δείχνουν, ωστόσο, ότι και η άσκηση μπορεί να επηρεάσει τα είδη των βακτηρίων που βρίσκονται στο έντερο του ανθρώπου.

Συγκεκριμένα, μία πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε ότι η φυσική άσκηση ενισχύει τους πληθυσμούς των βακτηρίων που παράγουν βουτυρικό οξύ (butyrate). Το βουτυρικό οξύ επάγει την επιδιόρθωση του εντερικού τοιχώματος και περιορίζει τη φλεγμονή, προλαμβάνοντας την εμφάνιση παθήσεων όπως οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου και η αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία οδηγεί σε διαβήτη τύπου 2. Οι αλλαγές που προκαλούνται στο εντερικό μικροβίωμα από την άσκηση μπορεί να προστατεύσουν επίσης από την παχυσαρκία και να βελτιώσουν τη μεταβολική λειτουργία.

Αλλαγές του μικροβιώματος μπορεί να παρατηρηθούν ακόμα και μετά από ήπια άσκηση. Μία έρευνα διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έκαναν τουλάχιστον 3 ώρες ήπια άσκηση (όπως γρήγορο περπάτημα ή κολύμπι) κάθε εβδομάδα, είχαν αυξημένα επίπεδα των βακτηρίων Faecalibacterium prausnitzii, Roseburia hominis και Akkermansia muciniphila σε σχέση με αυτές που έκαναν καθιστική ζωή.

Τα δύο πρώτα από τα παραπάνω βακτήρια περιορίζουν τη φλεγμονή, ενώ το τελευταίο έχει συνδεθεί με χαμηλότερους δείκτες μάζας σώματος (ΔΜΣ) και βελτίωση της μεταβολικής υγείας. Αυτό σημαίνει ότι οι παραπάνω αλλαγές του μικροβιώματος είναι συχνά ωφέλιμες για τη γενικότερη υγεία.

Το είδος της άσκησης φαίνεται ότι επίσης μπορεί να επηρεάσει το εντερικό μικροβίωμα. Έρευνες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι όταν οι ερευνητές ανάγκασαν να ποντίκια να τρέξουν σε ένα κυκλικό τροχό, σημειώθηκαν διαφορετικές μεταβολές στο εντερικό τους μικροβίωμα σε σχέση με ποντίκια που έτρεξαν όταν αυτά ήθελαν. Δεδομένα δείχνουν ότι πιθανώς το ίδιο ισχύει και στον άνθρωπο.

Διάφορες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι το εντερικό μικροβίωμα των αθλητών είναι διαφορετικό σε σχέση με αυτό ανθρώπων ίδιας ηλικίας και φύλου που κάνουν καθιστική ζωή. Οι αθλητές έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία στο εντερικό τους μικροβίωμα και υψηλότερες ποσότητες των τριών βακτηριακών ειδών που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Ωστόσο, ακόμα δεν έχει αποδειχθεί πέραν αμφιβολίας ότι η άσκηση είναι ανεξάρτητη από τη διατροφή στην πρόκληση των παραπάνω αλλαγών. Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι που ασκούνται τακτικά κάνουν συνήθως πιο υγιεινή διατροφή, επομένως συχνά είναι δύσκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στις επιδράσεις της άσκησης και της διατροφής.

Διατροφή και Άσκηση

Οι έρευνες σε πειραματόζωα, ιδιαίτερα σε ποντίκια, μπορούν να προσφέρουν αρκετές απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα, καθώς είναι εύκολο για τους ερευνητές να παρακολουθήσουν και να τροποποιήσουν κατάλληλα τη διατροφή τους. Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι η διατροφή και η άσκηση προκαλούν πολύ διαφορετικές αλλαγές στο μικροβίωμα των ποντικών. Συγκεκριμένα, η διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπη αυξάνει τους πληθυσμούς των Firmicutes και Proteobacteria, τα οποία έχουν συνδεθεί με το διαβήτη και την παχυσαρκία. Η άσκηση μπορεί να περιορίσει τους πληθυσμούς των παραπάνω μικροβίων.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι οι αλλαγές που προκαλεί η άσκηση στο εντερικό μικροβίωμα είναι ανεξάρτητες από τη διατροφή, ενώ άλλες έδειξαν ότι χρειάζεται συνδυασμός άσκησης και υγιεινής διατροφής προκειμένου να διασφαλιστούν τα μέγιστα οφέλη. Η άσκηση μπορεί επίσης να αναστρέψει ορισμένες από τις αρνητικές επιδράσεις της κακής διατροφής.

Η άσκηση βοηθά επίσης τα βακτήρια A. Muciniphila να προσκολληθούν καλύτερα στο τοίχωμα του στομάχου. Αυτό ενισχύει την έκκριση βλέννης και δεν επιτρέπει στα βακτήρια να παρασυρθούν εκτός του στομάχου και το εντέρου κατά την πέψη.

Έρευνες που εξέτασαν το ανοσοποιητικό σύστημα, διαπίστωσαν ότι η άσκηση μειώνει τα φλεγμονώδη σήματα και ευνοεί την εμφάνιση μίας πιο «σταθερής» απόκρισης τόσο στο εντερικό τοίχωμα, όσο και πέρα από αυτό. Το γεγονός αυτό μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων του εντέρου. Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τα βακτήρια A. muciniphila είναι ότι μπορούν να περιορίσουν την αύξηση του σωματικού βάρους από τη διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, καθώς και την αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η ίδια έρευνα έδειξε ότι η χορήγηση βακτηρίων A. Muciniphila στα ποντίκια μπορεί να αυξήσει τα ενδοκανναβινοειδή που παράγει ο οργανισμός. Τα τελευταία έχουν σημαντικό ρόλο στον περιορισμό της εντερικής φλεγμονής, ενώ βοηθούν και στη διατήρηση της υγείας του εντερικού τοιχώματος.

Το σύστημα των ενδοκανναβινοειδών εμπλέκεται επίσης στην όρεξη μέσω της ρύθμισης των σημάτων που φτάνουν στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα ενδοκανναβινοειδή αυξάνονται όταν νιώθουμε αίσθημα πείνας και μειώνονται όταν έχουμε χορτάσει. Έρευνες έχουν διαπιστώσει επίσης ότι το σύστημα των ενδοκανναβινοειδών υπερλειτουργεί στους παχύσαρκους ασθενείς.

Υπάρχουν αρκετά βακτήρια που εντέρου που μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα των συστατικών του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος. Μία ομάδα ερευνητών χρησιμοποίησε πρεβιοτικά με σκοπό να αλλάξει τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος στα ποντίκια. Όπως διαπίστωσαν, τα παχύσαρκα ποντίκια είχαν σημαντικά μειωμένο ένα είδος ενδοκανναβινοειδών, καθώς και ένα κανναβινοειδή υποδοχέα. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι τα πρεβιοτικά καθιστούσαν δυσκολότερη την είσοδο βακτηρίων και τοξινών από το έντερο των ποντικών στο αίμα.

Το γεγονός αυτό περιόρισε τους πληθυσμούς των βακτηρίων στο αίμα και μείωση της παραγωγή λιπωδών κυττάρων. Φαίνεται έτσι ότι, η υγιεινή διατροφή βελτιώνει την ποικιλομορφία των εντερικών βακτηρίων και αυξάνει τον πληθυσμό των ωφελίμων βακτηρίων, κάτι που συμβαίνει και με τη φυσική άσκηση. Αν και οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε ανθρώπους εθελοντές, οι παραπάνω έρευνες ουσιαστικά δείχνουν ότι είναι δυνατό να βελτιωθεί ο μεταβολισμός μέσω της άσκησης και της κατάλληλης διατροφής.

Πρόσφατες έρευνες έδειξαν επίσης ότι οι δρομείς και οι ποδηλάτες έχουν περισσότερα ενδοκανναβινοειδή στο αίμα, γεγονός που προσφέρει κάποιου βαθμού αναλγησία και βελτιώνει τη διάθεση. Ωστόσο, προς το παρόν δεν μπορούμε ακόμα να γνωρίζουμε αν οι αλλαγές αυτές είναι βραχυπρόθεσμες ή αν παραμένουν για μεγάλη διάρκεια.

Η θεωρία ότι η άσκηση μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Ωστόσο το τρίγωνο άσκηση-διατροφή-μικροβίωμα, καθώς και ο τρόπος που μπορεί να τροποποιηθεί για τη βελτίωση της σωματικής και ψυχικής υγείας, είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί από μελλοντικές έρευνες.

Βιβλιογραφία: The Conversation