Η κεταμίνη, ένα αναισθητικό φάρμακο, φαίνεται ότι προσφέρει οφέλη σε ορισμένα περιστατικά κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην τυπική αντικαταθλιπτική αγωγή. Το παραπάνω παρατήρησε μία νέα έρευνα η οποία εξερεύνησε το μηχανισμό δράσης της κεταμίνης στην κατάθλιψη και διαπίστωσε ότι το φάρμακο δρα στους ίδιους υποδοχείς με τα οπιοειδή αναλγητικά.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο American Journal of Psychiatry.

Για να εξερευνήσουν τον παραπάνω μηχανισμό, οι ερευνητές από το Neurosciences Institute του Stanford, εξέτασαν αρχικά 12 εθελοντές που έπασχαν από κατάθλιψη ανθεκτική στη θεραπεία.

Σε όλους τους εθελοντές έγινε έγχυση κεταμίνης. Στους μισούς από αυτούς χορηγήθηκε επίσης ναλτρεξόνη, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν φυσιολογικό ορό (placebo). Η ναλτρεξόνη είναι ένα φάρμακο που αποκλείει τη δράση των οπιοειδών.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στους εθελοντές που έλαβαν το συνδυασμό κεταμίνης με φυσιολογικό ορό, τα συμπτώματα της κατάθλιψης υποχώρησαν γρήγορα σε σχέση με αυτούς που λάμβαναν κεταμίνη και ναλτρεξόνη. Μάλιστα, οι εθελοντές της πρώτης ομάδας ανέφεραν τουλάχιστον 90% μείωση των συμπτωμάτων τους μέσα στις 3 πρώτες ημέρες από την έγχυση.

Στους εθελοντές που λάμβαναν κεταμίνη και ναλτρεξόνη δεν παρατηρήθηκαν αντίστοιχα οφέλη. Το γεγονός αυτό απέδειξε ότι όταν αποκλείεται η δράση των οποιοειδών, η κεταμίνη χάνει τις αντικαταθλιπτικές της ιδιότητες. Και οι δύο ομάδες εθελοντών παρουσίασαν ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την κεταμίνη, γεγονός που δείχνει ότι οι αντικαταθλιπτικές δράσεις της τελευταίας είναι αναξάρτητη από τις υπόλοιπες δράσεις της.

Το αρχικό σχέδιο ήταν να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα της έρευνας σε μία ομάδα 30 εθελοντών. Ωστόσο, λόγω της σημαντικής βελτίωσης που παρατηρήθηκε στη μία ομάδα και στην απουσία αλλαγών στην άλλη ομάδα, οι ερευνητές αποφάσισαν να διακόψουν τη μελέτη πρόωρα. Η απόφαση αυτή ελήφθη για να μην χορηγηθεί στους ασθενείς περαιτέρω άχρηστη θεραπεία.

Η κεταμίνη διερευνάτια τελευταία για την αντικαταθλιπτική της δράση. Εφόσον αυτή επιβεβαιωθεί, η έρευνα για την κατάθλιψη θα επηρεαστεί σημαντικά, σύμφωνα με τους ερευνητές. Η κεταμίνη έχει συγκεντρώσει προσφάτως το ενδιαφέρον γιατί δεν προκαλεί αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα αντικαταθλιπτικά. Ο Μπόρις Χέιφετς από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας, εξήγησε ότι η κεταμίνη αποκλείει τους υποδοχείς γλουταμινικού στον εγκέφαλο. Το γλουταμινικό αποτελεί ένα σημαντικό νευροδιαβιβαστή του εγκεφάλου. Αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι η αντικαταθλιπτική δράση της κεταμίνης σχετίζεται με το γλουταμινικό. Ο Χέιφετς πρόσθεσε ότι η κεταμίνη δεν είναι ένα απλό φάρμακο και έχει διάφορους στόχους που μπορεί να ευθύνονται για τις αντικαταθλιπτικές της ιδιότητες. Αυτός είναι ο λόγος που στο παρελθόν αρκετές έρευνες έχουν αναζητήσει παράγοντες με παρόμοια δράση με αυτή της κεταμίνης στους υποδοχείς του γλουταμινικού.

Η παρούσα έρευνα δείχνει, ωστόσο, ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη καθώς οι υποδοχείς του γλουταμινικού δεν στοχεύονται από την κεταμίνη, όπως δήλωσε ο Νόλαν Γουίλιαμς, επικεφαλής της έρευνας. «Η κεταμίνη δεν λειτουργεί όπως πιστεύαμε μέχρι σήμερα», συμπλήρωσε ο Δρ Άλαν Σάτζμπεργκ, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

Ο Χέιφετς σημείωσε ότι η κεταμίνη χρησιμοποιείται για αρκετά χρόνια ως ναρκωτικό (“Special K”) και μπορεί να δημιουργήσει εθισμό καθώς δρα στους υποδοχείς των οπιοειδών για να προκαλέσει τις παραπάνω επιδράσεις. Ο ίδιος τονίζει επίσης ότι η πιθανότητα εθισμού πρέπει να συνυπολογιστεί πριν αποφασιστεί αν το φάρμακο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντικαταθλιπτικό.

Η ερευνητική ομάδα συμφωνεί, ωστόσο, ότι η κεταμίνη έχει σίγουρα χρησιμότητα στην αντιμετώπιση της ανθεκτικής στη θεραπεία κατάθλιψης. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, μπορούν να παραχθούν φάρμακα που θα δρουν στους υποδοχείς των οπιοειδών χωρίς να δημιουργούν εθισμό. Ο Γουίλιαμς σημείωσε ότι η κεταμίνη έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τη θεραπεία και άλλων ψυχιατρικών νόσων, όπως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή με καλά αποτελέσματα, επομένως ίσως πρέπει να εξεταστεί ο ρόλος των οπιοειδών και σε αυτές τις νόσους.

Το σίγουρο είναι ότι τα αποτελέσματα της έρευνας πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες μελέτες προκειμένου να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ασφαλή αποτελέσματα.