Οι υψηλές δόσεις βιταμίνης D σε υγιείς ενήλικες που δεν έχουν ανεπάρκεια της βιταμίνης δεν βελτιώνουν την υγεία των οστών, ενώ μπορεί να είναι ακόμα και επιβλαβείς, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης.

«Για τον μεγαλύτερο αριθμό των ανθρώπων, η έρευνα δείχνει ότι δεν υπάρχουν οφέλη από τις δόσεις που υπερβαίνουν τα 4.000 IU την ημέρα», είπε ο Δρ Ντέιβιντ Χάνλεϊ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι και συντελεστής της έρευνας.

«Οι ασθενείς που έπαιρναν 400 IU βιταμίνης D καθημερινά είχαν σταθερά επίπεδα της 25-OH βιταμίνης D σε όλη τη διάρκεια της μελέτης, γεγονός που δείχνει ότι η δόση αυτή είναι αρκετή για να διασφαλιστούν τα οφέλη της βιταμίνης στα οστά σε ασθενείς χωρίς ανεπάρκεια της συγκεκριμένης βιταμίνης», είπε ο Χάνλεϊ.

Ωστόσο, η έρευνα «έδειξε επίσης ότι οι υψηλές δόσεις της βιταμίνης D (πάνω από 4.000 IU την ημέρα) μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις στην υγεία των οστών, ωστόσο αυτό πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες», πρόσθεσε ο ίδιος.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό JAMA.

Η ομάδα από το Κάλγκαρι εξέτασε τη δοσοεξαρτώμενη επίδραση των συμπληρωμάτων βιταμίνης D στην οστική πυκνότητα και ισχύ σε 311 υγιείς ενήλικες (53 άνδρες, μέσος όρος ηλικίας 62) χωρίς οστεοπόρωση. Τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D (25-OHD) στην αρχή της έρευνας ήταν 30-125 nmol/L. Για 3 χρόνια, οι εθελοντές έλαβαν συμπληρώματα που περιείχαν βιταμίνη D3 σε ποσότητες 400, 4.000 ή 10.000 IU. Οι εθελοντές που έπαιρναν λιγότερα από 1.200 mg ασβεστίου στη διατροφή τους πήραν επίσης συμπληρώματα ασβεστίου.

Τα επίπεδα της 25-OHD υπολογίστηκαν στην αρχή της έρευνας, στους 3 μήνες και στα 3 χρόνια. Οι εθελοντές που έπαιρναν 400 IU καθημερινά είχαν τιμές 76.3, 76.7 και 77.4 κατά τις παραπάνω μετρήσεις, αυτοί που έπαιρναν 4.000 IU είχαν 81.3, 115.3 και 132.2, ενώ αυτοί που έπαιρναν 10.000 IU είχαν 78.4, 188.0 και 144.4 αντίστοιχα.

Αντίθετα με αυτό που περίμεναν οι ερευνητές, η οστική πυκνότητα ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις ομάδες που έπαιρναν 4.000 και 10.000 IU σε σχέση με αυτή που έπαιρνε 400 IU. Η μέση μεταβολή στην οστική πυκνότητα ήταν -2.4% στην ομάδα που έπαιρνε 4.000 IU, -3.5% στην ομάδα που έπαιρνε 10.000 IU και -1.2% στην ομάδα που έπαιρνε 400 IU.

Η οστική πυκνότητα στην κνήμη ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε όσους έπαιρναν 10.000 IU καθημερινά, ωστόσο δεν παρατηρήθηκαν άλλες διαφορές στην ισχύ ή το εύρος την κνήμης.

«Θα χρειαστούν μελλοντικές έρευνες για να διαπιστωθεί αν οι υψηλές δόσεις είναι επιβλαβείς, ωστόσο τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η συνιστώμενη δόση (400 IU σε συνδυασμό με την ποσότητα στη διατροφή) είναι η ιδανική για τη διατήρηση της υγείας των οστών», είπε ο Στίβεν Μπόιντ, ένας εκ των ερευνητών που έλαβαν μέρος στη μελέτη.

«Οι αρνητικές επιδράσεις που παρατηρήθηκαν στην υγεία των οστών από τις υψηλές δόσεις αφορούσαν κυρίως την οστική πυκνότητα και όχι την ισχύ των οστών. Φαίνεται, ωστόσο, λογικό ότι σε συνέχιση της υψηλής δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των 3 ετών θα επηρεαστεί σίγουρα και η ισχύς», συμπλήρωσε ο ίδιος.

«Δεν εξετάσαμε δόσεις ανάμεσα σε 400 και 4.000 IU καθώς οι τιμές αυτές είχαν εξεταστεί από προηγούμενες έρευνες και δεν φαίνεται να σχετίζονται με διαφορετικές επιδράσεις στα οστά από αυτές που εξετάσαμε», κατέληξε ο Χάνλεϊ.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Bradley Stemke