Η ημικρανία δεν είναι μία απλή κεφαλαλγία. Επίσης όλα τα επεισόδια ημικρανίας δεν είναι ίδια μεταξύ τους. Τα συμπτώματα, η διάρκεια και η συχνότητα των επεισοδίων ημικρανίας μπορεί να διαφέρουν στον κάθε ασθενή. Ένας από τους παράγοντες που ευθύνεται για το παραπάνω φαινόμενο είναι το φύλο.

Η ημικρανία εμφανίζεται με τριπλάσια συχνότητα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Τα χαρακτηριστικά της ημικρανίας διαφέρουν επίσης ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα, στις γυναίκες η ημικρανία έχει συνήθως μεγαλύτερη διάρκεια και είναι πιο έντονη. Οι γυναίκες αναφέρουν επίσης περισσότερα συμπτώματα που σχετίζονται με την ημικρανία, όπως ναυτία, αύρα και ευαισθησία στο φως και το θόρυβο.

Οι γυναίκες παρουσιάζουν επίσης υψηλότερα επίπεδα αναπηρίας που σχετίζεται με την ημικρανία, καθώς χρειάζεται να περάσουν περισσότερο χρόνο στο κρεβάτι, έχουν μειωμένη παραγωγικότητα στη δουλειά και παραμένουν γενικά καθηλωμένες για μεγαλύτερη διάρκεια μετά από ένα επεισόδιο ημικρανίας. Αυτή η χρόνια, επώδυνη νόσος αποτελεί την δεύτερη αιτία αναπηρίας παγκοσμίως και σχετίζεται με σημαντική οικονομική επιβάρυνση.

Αν κατανοήσουμε καλύτερα τους βιολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ημικρανία, θα βελτιωθεί η διάγνωση και η θεραπεία της νόσου και για τα δύο φύλα, σύμφωνα με μία μελέτη που δημοσιεύτηκε από το Society for Women’s Health Research προσφάτως. Η μελέτη συνοψίζει τα ερευνητικά δεδομένα για τις διαφορές των δύο φύλων αναφορικά με την ημικρανία, υπογραμμίζει τα κενά στην γνώση μας σχετικά με αυτή και τονίζει σε ποια πεδία πρέπει να επικεντρωθούν οι επόμενες έρευνες. Αν κατανοήσουμε τις παραπάνω διαφορές, θα μπορέσουμε να μειώσουμε τη σημαντική επιβάρυνση που επιφέρει η νόσος στους ίδιους τους ασθενείς, στις οικογένειές τους, αλλά και στην κοινωνία σαν σύνολο.

Ένας πιθανός λόγος για τη διαφορά στη συχνότητα της ημικρανίας ανάμεσα στα δύο φύλα είναι τα οιστρογόνα. Κατά την παιδική ηλικία, η ημικρανία είναι συχνότερη στα αγόρια, ωστόσο μετά την εφηβία, η αναλογία αυτή αναστρέφεται και παραμένει υψηλότερη στις γυναίκες για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Το γεγονός αυτό συνιστά ότι οι ορμονικές διακυμάνσεις, ιδιαίτερα αυτές που συμβαίνουν κατά τον εμμηνορυσιακό κύκλο, μπορεί να παίζουν ρόλο στα επεισόδια της ημικρανίας.

Το παραπάνω επιβεβαιώνει μία νέα έρευνα, η οποία διαπίστωσε ότι οι γυναίκες με ημικρανία παρουσιάζουν ταχύτερη μείωση στα επίπεδα των οιστρογόνων αμέσως πριν την αρχή της περιόδου σε σχέση με τις γυναίκες που δεν έχουν ημικρανία. Η ταχεία αυτή μείωση στα επίπεδα των οιστρογόνων μπορεί να αποτελεί προκλητικό παράγοντα για τα επεισόδια ημικρανίας. Νέα δεδομένα δείχνουν επίσης ότι τα οιστρογόνα ενοχοποιούνται για τα επεισόδια ημικρανίας και στους άνδρες. Ο ρόλος των οιστρογόνων για την ημικρανία στις γυναίκες και τους άνδρες σίγουρα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Οι συννοσηρότητες είναι επίσης πολύ συχνές στους ασθενείς με ημικρανία, με τις γυναίκες και τους άνδρες να παρουσιάζουν κατά μέσο όρο 11 και 5 συνοδές παθήσεις, αντίστοιχα. Ορισμένα δεδομένα συνιστούν ότι το είδος των συννοσηροτήτων μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, αν και δεν συμφωνούν όλες οι έρευνες σε αυτό το συμπέρασμα. Πιο συγκεκριμένα, παθήσεις όπως η κατάθλιψη και η αγχώδης διαταραχή, που είναι συχνότερες στις γυναίκες, και η παχυσαρκία, που είναι συχνότερη στους άνδρες, έχουν στο σύνολό τους σχετιστεί με αυξημένη συχνότητα των επεισοδίων ημικρανίας. Η σχέση μεταξύ συννοσηροτήτων και ημικρανίας δεν έχει ακόμα γίνει πλήρως κατανοητή, ωστόσο η αναγνώριση των διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα και η ένταξή τους στη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Παρά την υψηλή της συχνότητα και τη σημαντική επιβάρυνση που προκαλεί στην κοινωνία, η ημικρανία παραμένει μία νόσος που χαρακτηρίζεται από στιγματισμό. Αυτό αποδίδεται εν μέρει στο γεγονός ότι είναι μία «αόρατη» νόσος που επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες. Το στίγμα που συνοδεύει τη νόσο έχει δημιουργήσει σήμερα διαφορές στον τρόπο που αναζητούν βοήθεια τα δύο φύλα.

Οι γυναίκες αναζητούν βοήθεια για τα συμπτώματά τους συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί η νόσος είναι συνήθως σοβαρότερη στις γυναίκες είτε γιατί οι άνδρες επιφυλάσσονται να ζητήσουν βοήθεια λόγω του στίγματος που έχει η νόσος. Είναι σημαντικό τόσο για τους γιατρούς όσο και για τους ασθενείς να συμβάλλουμε, ώστε να μειωθούν οι προκαταλήψεις σχετικά με τις ημικρανίες και να αναγνωρίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές θεραπείες τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.

Στη μελέτη τους, οι επιστήμονες του Society for Women’s Health Research υπογραμμίζουν τις προτεραιότητες της έρευνας, της φροντίδας και της εκπαίδευσης αναφορικά με τις διαφορές των δύο φύλων στην ημικρανία. Αυτές περιλαμβάνουν:

  • Τη διερεύνηση του ρόλου των γυναικείων ορμονών στην ημικρανία σε όλη τη διάρκεια ζωής.
  • Την καλύτερη κατανοήση του ρόλου των συννοσηροτήτων στην αιτιολογία και τη θεραπεία της ημικρανίας στα δύο φύλα.
  • Την καλύτερη ενημέρωση του πληθυσμού σχετικά με την ημικρανία με σκοπό να αυξηθούν τα ποσοστά διάγνωσης και θεραπείας της νόσου.
  • Την καλύτερη κατανοήση της επίπτωσης που έχει η ημικρανία στον ασθενή, την οικογένειά του και την κοινωνία.
  • Την απαλοιφή του στίγματος που επιφέρει η ημικρανία μέσω ενημέρωσης και εκπαίδευσης των ασθενών, των γιατρών και του κοινού.

Το φύλο αποτελεί ένα παράγοντα που παίζει σημαντικό ρόλο στην αιτιολογία, την πορεία και τη θεραπεία της ημικρανίας. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες για τις διαφορές της νόσου μεταξύ ανδρών και γυναικών προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε την ημικρανία καλύτερα στους ασθενείς και των δύο φύλων.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Πηγή Φωτογραφίας: JoanDragonfly