Η απόρριψη του ιατρικού πατερναλισμού με την παράλληλη αποδοχή της αυτονομίας του ασθενούς έχει αλλάξει τη σχέση γιατρού-ασθενούς. Ιστορικά, η ιατρική και η κοινωνία είχαν αποδεχτεί το ηθικό λογικό ότι η κύρια ευθύνη του γιατρού ήταν να διαφυλάξει την υγεία του ασθενούς, ακόμα και αν έπρεπε στο βωμό αυτό να θυσιαστεί η αυτονομία του τελευταίου. Μία βασική υπόθεση του πατερναλιστικού μοντέλου ήταν ότι οι γιατροί, λόγω της γνώσης τους, ήξεραν τι είναι περισσότερο ωφέλιμο για τον ασθενή. Κατά συνέπεια, οι γιατροί αποφάσιζαν ποιες παρεμβάσεις είναι αυτές που έπρεπε να γίνουν στον ασθενή. Οι ασθενείς έπρεπε απλά να συμμορφωθούν με την απόφαση του γιατρού.

Στις δεκαετίες μετά το 1950 έχει παρατηρηθεί μία συνεχώς αυξανόμενη έμφαση στο δικαίωμα του ασθενούς να αποδέχεται ή να απορρίπτει τη θεραπεία που προτείνει ο γιατρός. Η απόρριψη του ιατρικού πατερναλισμού, ωστόσο, δεν έχει αναστρέψει τον έλεγχο του ιατρού στη σχέση του με τους ασθενείς. Θεωρητικά, οι γιατροί δεν μπορούν πλέον να λάβουν μονομερείς αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα που προσφέρουν στον ασθενή, ωστόσο το μονοπώλιο της ιατρικής πληροφορίας και των περισσοτέρων ιατρικών προμηθειών, τους δίνει τον κύριο λόγο στη λήψη των αποφάσεων. Η παραπάνω σχέση γιατρού-ασθενούς, δηλαδή με τον ασθενή να έχει τον έλεγχο των αποφάσεων, οι οποίες όμως εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση του γιατρού σε πληροφορίες αλλά και ιατρικά προϊόντα και υπηρεσίες, δεν είναι πλέον ακριβής. Η ιατρική βρίσκεται πλέον σε μία νέα εποχή αυτονομίας του ασθενούς. Οι σημερινοί ασθενείς μπορούν να πληροφορηθούν από το Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επομένως εξαρτώνται λιγότερο από την πρόσβαση του γιατρού στις ιατρικές πληροφορίες. Η επαναστατική αυτή αλλαγή απαιτεί έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης γιατρού-ασθενούς.

Μία νέα εποχή στην αυτονομία του ασθενούς

Η εγκατάλειψη του ιατρικού πατερναλισμού έχει οδηγήσει σε αναζήτηση νέων μοντέλων της σχέσης γιατρού-ασθενούς που εστιάζουν περισσότερο στη δυνατότητα επιλογής που έχει ο ασθενής. Η λήψη αποφάσεων από κοινού έγινε αρκετά δημοφιλής τη δεκαετία του 1980 και παραμένει το προτιμώμενο μοντέλο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ιατρών και ασθενών. Ιδανικά, για αρκετές αποφάσεις, ο γιατρός και ο ασθενής θα ανταλλάξουν πληροφορίες, με τον γιατρό να ενημερώνει τον ασθενή σχετικά με τις επιλογές του και τον ασθενή να αναφέρει στον γιατρό τις προτιμήσεις του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί να βοηθήσει τον ασθενή να ξεκαθαρίσει  τους στόχους και τις αξίες του με γνώμονα τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.

Αν και η γενική ιδέα είναι ότι οι ασθενείς πρέπει να συμμετέχουν και τελικά να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις όπου αυτό είναι δυνατό, οι περισσότερες αποφάσεις που λαμβάνονται από κοινού με τον γιατρό θεωρούν δεδομένο ότι ο γιατρός έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και ιατρικά δεδομένα που στερείται ο ασθενής. Επομένως, η μετάβαση από τον ιατρικό πατερναλισμό στην αυτονομία του ασθενούς δεν άλλαξε ολοκληρωτικά το ρόλο του γιατρού στη σχέση του με τους ασθενείς.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η ευρεία πρόσβαση στο Διαδίκτυο και το μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει μειώσει την κυριαρχία του γιατρού πάνω στις ιατρικές πληροφορίες και τελικά στην πρόσβαση του ασθενούς στα ιατρικά προϊόντα και υπηρεσίες. Δεν ισχύει πλέον ότι ο ασθενής επισκέπτεται τον γιατρό, αναφέρει τα συμπτώματά του και περιμένει τη διαφορική διάγνωση. Σήμερα, αρκετοί ασθενείς φτάνουν στο γραφείο του γιατρού έχοντας ήδη αναζητήσει πληροφορίες για τα συμπτώματά τους και γνωρίζοντας πιθανές διαγνώσεις. Ιδιαίτερα οι ασθενείς που πάσχουν από σπάνιες νόσους, μπορεί συχνά να γνωρίζουν περισσότερα για την πάθησή τους σε σχέση με τον γιατρό που επισκέπτονται.

Η συνεχώς αυξανόμενη διαθεσιμότητα εξετάσεων και διαγνωστικών μεθόδων έχει περιορίσει ακόμα περισσότερο τον έλεγχο που έχει ο γιατρός πάνω στην πρόσβαση του ασθενούς σε ιατρικές πληροφορίες. Ορισμένες εξετάσεις που απαιτούσαν κάποτε ακριβά μηχανήματα στο νοσοκομείο, πλέον μπορούν να γίνουν και στο σπίτι. Για παράδειγμα, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν σήμερα ηελκτροκαρδιογράφημα στο σπίτι μέσω ενός φτηνού μηχανήματος που επικοινωνεί με μία εφαρμογή για κινητά. Η χρήση εργαστηριακών εξετάσεων έχει επίσης αυξηθεί. Ορισμένες από τις εξετάσεις που μπορεί κάποιος να κάνει στο σπίτι του σήμερα είναι αμφιλεγόμενες, ωστόσο άλλες, θεωρούνται υψηλής ποιότητας, όπως για παράδειγμα η μέτρηση των κυττάρων του αίματος και η εξέταση για διάφορα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Τελευταία, έχει επίσης αυξηθεί αρκετά η ζήτηση για γενετικές εξετάσεις. Ειδικότερα, τον Απρίλιο του 2017, εγκρίθηκε ένα τεστ που μπορεί να εκτιμήσει τον κίνδυνο εμφάνισης 10 διαφορετικών νόσων, μεταξύ των οποίων η νόσος Alzheimer, η νόσος Parkinson και η θρομβοφιλία. Το ίδιο τεστ εξετάζει επίσης την παρουσία του BRCA1 και του BRCA2, μεταλλάξεις οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών.

Ο ρόλος του γιατρού στην εποχή της συνεχώς αυξανόμενης αυτονομίας του ασθενούς

Η αυξημένη πρόσβαση σε πληροφορίες αλλά και σε ένα μεγάλο εύρος προϊόντων και υπηρεσιών θα προσφέρει στους ασθενείς νέες επιλογές για τη διαχείρηση της υγείας τους. Θα αποτελέσει επίσης πρόκληση για τους γιατρούς να διαχειριστούν τα αποτελέσματα εξετάσεων και τεστ που δεν έχουν ζητήσει. Σημαντικότερα, η νέα εποχή της αυτονομίας των ασθενών θα αναγκάσει τους γιατρούς να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους απέναντι σε αυτούς. Ο ρόλος του γιατρού επομένως θα εστιάζει σε τρεις πτυχές:

Πρώτον, ο γιατρός θα πρέπει να δρα πλέον ως σύμβουλος στους ασθενείς οι οποίοι πλέον θα κατευθύνουν οι ίδιοι τη θεραπεία τους. Η απεριόριστη πρόσβαση σε πληροφορίες και εξετάσεις, αν και ενισχύει την αυτονομία, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε σύγχυση και αβεβαιότητα. Όταν οι ασθενείς έχουν ερωτήσει ή αμφιβολίες σχετικά με πληροφορίες που βρήκαν στο Διαδίκτυο ή σχετικά με τα αποτελέσματα μίας εξέτασης, θα μπορούν να επικοινωνούν με τον γιατρό τους για τους δώσει κάποια ερμηνεία ή να τους κατευθύνει στον κατάλληλο ειδικό.

Δεύτερον, ο γιατρός θα συνεχίσει να κάνει τις διαγνωστικές και θεραπευτικές επεμβάσεις που ο ασθενής δεν μπορεί να κάνει μόνος του. Επιπλέον, ο γιατρός θα είναι υπεύθυνος να αποφασίσει αν ο ασθενής μπορεί να κάνει μία επέμβαση.

Τρίτον, αν και οι γιατροί θα είναι ακόμα υπεύθυνοι για τη διαφύλαξη αρκετών ιατρικών πληροφοριών, ο ρόλος τους αυτός θα μεταβληθεί. Καθώς ο γιατρός δεν θα ελέγχει πλέον την πρόσβαση του ασθενούς σε μία σειρά εξετάσεων, ο γιατρός θα διαφυλάσσει τις επιακόλουθες υπηρεσίες. Για παράδειγμα, τι θα πρέπει να πει ο γιατρός σε έναν μεσήλικα άνδρα που ζητά παραμοπμή σε αιματολόγο αφού έμαθε ότι είναι ετερόζυγος για τη μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θρομβοφιλίας; Μία από τις νέες προκλήσεις για τους γιατρούς στη νέα εποχή της αυτονομίας είναι να διαχειριστεί τη φροντίδια που σχετίζεται με τις ιατρικές ανάγκες του ασθενούς και όχι με τις απαιτήσεις του.

Επίλογος

Η ελεύθερη πρόσβαση σε ιατρικές πληροφορίες και εξετάσεις έχει αλλάξει ριζικά τις ισορροπίες στη σχέση γιατρού-ασθενούς. Ωστόσο, αν και οι ασθενείς μπορούν πλέον να αναζητήσουν τα συμπτώματά τους στο Διαδίκτυο και να κάνουν εργαστηριακά και γενετικά τεστ, θα συνεχίσουν να χρειάζονται τους γιατρούς για τη συμβουλευτική, την εξειδίκευση και την πρόσβαση των τελευταίων σε ιατρικές υπηρεσίες που χρειάζονται εξειδίκευση. Αναγνωρίζοντας το ρόλο του Διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και άλλων παραγόντων στη μεταμόρφωση των ιατρικών σχέσεων, οι γιατροί θα μπορέσουν να προσφέρουν καλύτερη φροντίδα στους ασθενείς στην εποχή της αυξημένης αυτονομίας των τελευταίων.

Βιβλιογραφία: JAMA