Ο αυξημένος χρόνος μεταξύ των γευμάτων βελτίωσε την υγεία των πειραματοζώων και παρέτεινε τη διάρκεια ζωής τους σε σύγκριση με τα ποντίκια που έτρωγαν συχνότερα, σύμφωνα με μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 6 Σεπτεμβρίου στο Cell Metabolism. Οι επιστήμονες ανέφεραν ότι οι παραπάνω επιδράσεις παρατηρήθηκαν ανεξαρτήτως του είδους τροφής και του αριθμού των θερμίδων.

«Η παρούσα έρευνα έδειξε ότι τα ποντίκια που έτρωγαν ένα μόλις γεύμα κάθε μέρα, και επομένως είχαν τη μεγαλύτερη διάρκεια νηστείας, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και λιγότερη συχνότητα μεταβολικών διαταραχών και παθήσεων του ήπατος που σχετίζονται με την ηλικία», είπε ο διευθυντής του ΝΙΑ, Ρίτσαρντ Χόουντς. «Τα ευρήματα αυτά στα πειραματόζωα δείχνουν ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ της συνολικής πρόσληψης θερμίδων, της διάρκειας του γεύματος και των περιόδων νηστείας χρειάζεται περαιτέρω διερέυνηση».

Οι επιστήμονες χώρισαν τα 292 αρσενικά ποντίκια σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα έλαβε διατροφή με φυσικά τρόφιμα, χαμηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και λίπη και αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών και ινών σε σχέση με την άλλη ομάδα. Τα ποντίκια κάθε ομάδας χωρίστηκαν στη συνέχεια σε 3 υποομάδες με βάση την πρόσβασή τους στην τροφή. Η πρώτη υποομάδα είχε πρόσβαση στην τροφή όλη τη μέρα. Η δεύτερη, έλαβε συνολικά 30% λιγότερες θερμίδες σε σχέση με την πρώτη. Στην τρίτη υποομάδα χορηγήθηκε η ίδια ποσότητα θερμίδων με την πρώτη, ωστόσο αυτή ήταν συμπυκνωμένη σε ένα μόλις γεύμα. Τόσο η δεύτερη όσο και η τρίτη ομάδα ποντικών έμαθε να τρώει γρήγορα όταν υπήρχε διαθέσιμη τροφή με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγαλύτερη διάρκεια μεταξύ των γευμάτων και για τις δύο ομάδες.

Οι επιστήμονες εξέτασαν τη μεταβολική υγεία των ποντικών σε όλη τη διάρκεια ζωής τους μέχρι τον φυσικό τους θάνατο, αλλά και μετά από αυτόν. Τα ποντίκια της δεύτερης και της τρίτης ομάδας είχαν καλύτερη συνολική υγεία και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Οι βλάβες από την ηλικία στο ήπαρ και τα υπόλοιπα όργανα καθυστέρησαν επίσης να εμφανιστούν. Τα ποντίκια που έκαναν μειωμένη πρόσληψη θερμίδων είχαν επίσης σημαντική βελτίωση στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και ινσουλίνης σε σύγκριση με τις δύο άλλες ομάδες. Μία παρατήρηση που είχε ενδιαφέρον ήταν ότι η σύσταση της διατροφής δεν επηρέασε τη διάρκεια ζωής στην ομάδα που έτρωγε ένα γεύμα και την ομάδα που έκανε περιορισμένη πρόσληψη θερμίδων.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, Ράφαελ ντε Κάμπο, διευθυντή στο Translational Gerontology Branch του NIA, τα οφέλη από τον περιορισμό των θερμίδων μελετώνται εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια, ωστόσο οι επιδράσεις από τη διάρκεια νηστείας μεταξύ των γευμάτων είναι ένας παράγοντας που έχει αρχίσει να εξετάζεται προσφάτως.

«Η αύξηση της χορνικής διάρκειας μεταξύ των γευμάτων, χωρίς μείωση στις θερμίδες και ανεξαρτήτως του είδους της διατροφής, είχε ως αποτέλεσμα συνολική βελτίωση στην υγεία και την επιβίωση των αρσενικών ποντικών», είπε ο ντε Κάμπο. «Μία θεωρία είναι ότι η παρατεταμένη διάρκεια νηστείας ενεργοποιεί μηχανισμούς επιδιόρθωσης και συντήρησης που είναι απόντες σε αυτούς που καταναλώνουν συνεχώς μικρά γεύματα».

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα ευρήματά τους είναι ενθαρρυντικά και αποτελούν καλή βάση για επόμενες μελέτες. Φαίνεται ότι το είδος αυτό της διατροφής μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους και να περιορίσει τη συχνότητα των μεταβολικών διαταραχών που σχετίζονται με την ηλικία. Σύμφωνα με τον ντε Κάμπο, τα επόμενα βήματα είναι να επαληθευτούν τα αποτελέσματα και στα δύο φύλα σε πειραματόζωα και στη συνέχεια νε δοκιμαστούν στον άνθρωπο.

Βιβλιογραφία: NIH