Οι γυναίκες που έχουν μειωμένη ποιότητα ή διάρκεια ύπνου κάνουν συνήθως υπερβολική κατανάλωση τροφίμων και ακολουθούν πιο ανθυγιεινές δίαιτες, σύμφωνα με μία νέα έρευνα από που διεξήχθη από επιστήμονες στο Columbia University Irving Medical Center. Οι παρατηρήσεις των ερευνητών προσφέρουν νέα δεδομένα σχετικά με το ρόλο της ποιότητας του ύπνου στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και παχυσαρκίας, ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για νέες παρεμβάσεις με στόχο τη βελτίωση της καρδιακής υγείας στις γυναίκες.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι οι ασθενείς που κοιμούνται λιγότερο έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο, ενώ η σύνδεση αυτή μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τη διατροφή. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές είχαν εστιάσει σε συγκεκριμένα τρόφιμα ή θρεπτικές ουσίες και οι περισσότερες από αυτές είχαν λάβει υπόψη τους μόνο τη διάρκεια και όχι την ποιότητα του ύπνου.

Η νέα έρευνα είχε σχεδιαστεί με σκοπό να δώσει πιο λεπτομερείς απαντήσεις εξετάζοντας τη σύνδεση ανάμεσα στη συνολική ποιότητα της δίαιτας και αρκετών παραγόντων που σχετίζονται με την ποιότητα του ύπνου στις γυναίκες.

«Οι γυναίκες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά διαταραχών του ύπνου σε όλη τη διάρκεια ζωής, καθώς συχνά αφιερώνουν αρκετό χρόνο στα παιδιά και την οικογένεια και, αργότερα, επηρεάζονται από τις διαταραχές στα επίπεδα των ορμονών», είπε η Brooke Aggarwal, EdD, καθηγήτρια στο Columbia University Vagelos College of Physicians and Surgeons και επικεφαλής της έρευνας.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the American Heart Association και εξέτασε σχεδόν 500 γυναίκες.

Οι επιστήμονες είχαν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα ύπνου και τις διατροφικές συνήθειες των γυναικών οι οποίες είχαν ηλικίες από 20 μέχρι 76 ετών. Οι επιστήμονες εξέτασαν την ποιότητα, το χρόνο έλευση του ύπνου καθώς και τα ποσοστά αϋπνίας. Οι γυναίκες ανέφεραν επίσης τα διάφορα είδη τροφίμων που κατανάλωναν κατά τη διάρκεια του έτους, γεγονός που έδωσε στους επιστήμονες πληροφορίες σχετικά με τη διατροφή των γυναικών.

Αντίστοιχα με τις προηγούμενες έρευνες που είχαν εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στη διατροφή και τον ύπνο, η παρούσα μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που είχαν τη χειρότερη ποιότητα ύπνου έκαναν αυξημένη κατανάλωση προστιθεμένων σακχάρων. Τα τελευταία συνδέονται με την παχυσαρκία και το διαβήτη.

Οι γυναίκες με τη μεγαλύτερη διάρκεια μέχρι την έλευση του ύπνου παρουσίασαν την υψηλότερη κατανάλωση θερμίδων και έτρωγαν περισσότερα τρόφιμα αναλογικά με το βάρος τους.

Οι γυναίκες με σοβαρά συμπτώματα αϋπνίας έκαναν επίσης αυξημένη κατανάλωση τροφίμων και διατροφή με λιγότερα ακόρεστα λιπαρά σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν ηπιότερη αϋπνία.

«Πιστεύουμε ότι οι γυναίκες με κακή ποιότητα ύπνου καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες τροφίμων στα γεύματα και επιλέγουν συνήθως ανθυγιεινά τρόφιμα», είπε η Aggarwal.

Ωστόσο, οι μηχανισμοί της παραπάνω σύνδεσης είναι ακόμα άγνωστοι. Συγκεκριμένα, δεν γνωρίζουμε με ποιο τρόπο η κακή ποιότητα του ύπνου οδηγεί σε ανθυγιεινή διατροφή.

«Η κακή ποιότητα του ύπνου οδηγεί πιθανώς σε αυξημένη κατανάλωση τροφίμων και θερμίδων ενισχύοντας τα σήματα της πείνας και καταστέλλοντας τα σήματα του κορεσμού», είπε ο Faris Zuraikat, PhD, από το Columbia University Vagelos College of Physicians and Surgeons, ο οποίος είχε λάβει μέρος και στην παρούσα μελέτη. «Το αίσθημα κορεσμού εξαρτάται από την ποσότητα της τροφής που καταναλώνουμε και, όπως φαίνεται, οι γυναίκες που έχουν αϋπνία κάνουν μεγαλύτερα γεύματα σε μία προσπάθεια να προκαλέσουν το παραπάνω».

«Ωστόσο, πιθανώς η κακή διατροφή μπορεί να επηρεάζει επίσης την ποιότητα του ύπνου στις γυναίκες», πρόσθεσε ο Zuraikat. «Η αυξημένη κατανάλωση τροφής μπορεί να προκαλεί δυσφορία στο γαστρεντερικό σύστημα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την έλευση και διατήρηση του ύπνου».

«Δεδομένου ότι η κακή διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία (ενώ αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο), οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν αν οι θεραπείες που στοχεύουν στη βελτίωση του ύπνου, μπορούν να ενισχύσουν επίσης την καρδιομεταβολική υγεία», είπε η Aggarwal.