Τα υψηλά επίπεδα βιταμίνης D που ξεπερνούν τα φυσιολογικά όρια δεν συνδέονται με αυξημένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια. Επίσης, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την ανεπάρκεια βιταμίνης D εμφανίζονται συχνότερα στη λευκή φυλή.

Τα παραπάνω συμπέρανε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Mayo Clinic Proceedings.

«Τελευταία, όλο και περισσότερα άτομα έχουν επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό πάνω από 50 ng/mL. Το εύρημά μας είναι καθησυχαστικό καθώς φαίνεται ότι η θνησιμότητα από όλα τα αίτια δεν είναι αυξημένη στην ομάδα ατόμων αυτή», είπε ο Daniel V. Dudenkov, ένας από τους συντελεστές της έρευνας.

Η έρευνα παρατήρησε επίσης ότι υπάρχει σχέση μεταξύ φυλής και επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό αναφορικά με τη θνησιμότητα από όλα τα αίτια. Παρά την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ συγκεντρώσεων κάτω από 20ng/mL και αυξημένης θνησιμότητας από όλα τα αίτια στους λευκούς, η σχέση αυτή δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς από άλλες φυλές, ακόμα και σε πολύ χαμηλές τιμες της 25-υδροξυβιταμίνης D.

Αν και οι κίνδυνοι από τα χαμηλά επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D (όπως ο αυξημένος κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια, καρκίνο και αναπνευστικές παθήσεις) έχουν ερευνηθεί λεπτομερώς, δεν ισχύει το ίδιο για τα υψηλά επίπεδα της βιταμίνης D. Μία πρόσφατη μελέτη παρατήρησε ότι σε τιμές της 25-υδροξυβιταμίνης D υψηλότερες από 50-60 ng/mL η καρδιαγγειακή θνησιμότητα είναι αυξημένη.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας είχαν ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα μίας άλλης μελέτης από τον Dudenkov και τους συνεργάτες του. Η τελευταία παρατήρησε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσοστού των ατόμων που έχουν τιμές 25-υδροξυβιταμίνης D πάνω από 50 ng/mL. Η ίδια μελέτη, ωστόσο, δεν διαπίστωσε αύξηση στην οξεία κλινική τοξικότητα αντίστοιχη με τα υψηλά επίπεδα βιταμίνης D.

Η μέγιστη ποσότητα βιταμίνης D που είναι δυνατό να λαμβάνεται ημερησίως είναι, σύμφωνα με τις οδηγίες, τα 4000 IU, ποσότητα η οποία αντιστοιχεί σε επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό περίπου 50 ng/mL.

Ως ανεπάρκεια βιταμίνης D θεωρούνται τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D κάτω από 20 ng/mL.

Η παρούσα μελέτη έχει μεγάλη σημασία καθώς δείχνει ότι τα αυξημένα επίπεδα βιταμίνης D δεν σχετίζονται με αυξημένη θνησιμότητα. Τα αποτελέσματα της μελέτης έρχονται επίσης σε συμφωνία με μία μετα-ανάλυση 32 ερευνών, η οποία είχε δείξει ότι τα περισσότερα οφέλη παρατηρούνται στα επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D πάνω από τα 30 ng/mL, ακόμα και πάνω από τα 70 ng/mL.

Η μετα-ανάλυση εκείνη ουσιαστικά συμπέρανε ότι η αύξηση της δόσης βιταμίνης D δεν αυξάνει τη θνησιμότητα και ουσιαστικά προσφέρει περισσότερα οφέλη. Η παρούσα μελέτη ουσιαστικά επιβεβαιώνει αυτή την παρατήρηση.

Ισχυρή συσχέτιση μεταξύ χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D και αυξημένης θνησιμότητας, μόνο στους λευκούς

Στην τελευταία έρευνά τους, ο Dudenkov και οι συνεργάτες του εξέτασαν δεδομένα εθελοντών που είχαν λάβει μέρος στο Rochester Epidemiology Project από το 2005 μέχρι το 2011.

Οι 11.022 εθελοντές στην αρχή της έρευνας ήταν κατά μέσο όρο 54.3 ετών, το 77.1% ήταν γυναίκες, το 87.6% ήταν λευκοί και τα επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D τους ήταν 30.0 ± 12.9 ng/mL.

Από το σύνολο των εθελοντών, το 5.8% είχε επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D κάτω από 12, το 14.6% είχε 12-19, το 74.5% είχε 20-50 και το 5.1% είχε επίπεδα πάνω από 50 ng/mL. Μεταξύ των εθελοντών από «άλλες φυλές», μεγαλύτερο ποσοστό είχε χαμηλότερες τιμές της 25-υδροξυβιταμίνης D σε σχέση με τους λευκούς.

Οι ερευνητές δεν παρατήρησαν αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από όλα τα αίτια στους εθελοντές με τιμές 25-υδροξυβιταμίνης D πάνω από 50 ng/mL, σε σχέση με αυτούς που είχαν φυσιολογικά επίπεδα (μεταξύ 20 και 50 ng/mL).

Μετά από προσαρμογές για μία σειρά παραγόντων, ωστόσο, φάνηκε ότι υπάρχει σημαντική συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της 25-υδροξυβιταμίνης D, της φυλής και της θνησιμότητας.

Στους λευκούς εθελοντές, η συγκέντρωση της 25-υδροξυβιταμίνης D κάτω από 12 ng/mL συνδέθηκε με 2.5 φορές αυξημένο κίνδυνο θανάτου, ενώ οι συγκεντρώσεις από 12-19 συνδέθηκαν με 1.4 φορές αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τις φυσιολογικές τιμές.

«Παρατηρήσαμε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων 25-υδροξυβιταμίνης D χαμηλοτέρων από 20 ng/mL και της θνησιμότητας από όλα τα αίτια», είπαν οι συγγραφείς. Σημείωσαν, ωστόσο, ότι η δράση αυτή παρατηρείται μόνο σους λευκούς και όχι τις υπόλοιπες φυλές.

Αίτια-Συμπεράσματα

Αν και η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να είναι αποτέλεσμα αρκετών διαφορετικών αιτιών, από διατροφικά μέχρι παθολογικά, οι υψηλές τιμές της 25-υδροξυβιταμίνης D (πάνω από 50ng/mL) είναι συνήθως αποτέλεσμα λήψης συμπληρωμάτων,  η οποία γίνεται λόγω οστεοπόρωσης ή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D.

Αν και τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D δεν ενοχοποιούνται άμεσα για την αύξηση της θνησιμότητας, η βιταμίνη D μπορεί να είναι σημαντική για την πρόληψη του θανάτου από διάφορες παθήσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές.

«Οι δράσεις της βιταμίνης D και των μεταβολιτών της στη φλεγμονή, τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, τη γενετική ρύθμιση, την ομοιόσταση του ασβεστίου και τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να επηρεάσουν θετικά την αντιμετώπιση αρκετών παθήσεων που συμβάλλουν στην αύξηση της θνησιμότητας».

Συμπερασματικά, η παρούσα έρευνα επιβεβαιώνει ότι τα αυξημένα επίπεδα της βιταμίνης D, ακόμα και οι τιμές μέχρι 100ng/mL θεωρούνται απόλυτα ασφαλείς.

Βιβλιογραφία: Medscape