Οι πολύ υψηλές δόσεις χημειοθεραπείας ή ακτινθεραπείας που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου μπορούν να καταστρέψουν τα αιμοποιητικά κύτταρα που βρίσκονται στο μυελό των οστών. Η μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων μπορεί να επαναφέρει τα κύτταρα αυτά και να επανεκκινήσει την παραγωγή των κυττάρων του αίματος καθώς και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Στους ασθενείς που λαμβάνουν τα βλαστοκύτταρα, χορηγούνται επίσης αντιβιοτικά για την πρόληψη των σοβαρών βακτηριακών λοιμώξεων. Αρκετά δεδομένα δείχνουν ότι η κοινότητα των βακτηρίων του εντέρου ή αλλιώς το εντερικό μικροβίωμα, ενισχύει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος και προστατεύει τον οργανισμό από τις λοιμώξεις. Δυστυχώς, τα αντιβιοτικά καταστρέφουν ακουσίως τα ωφέλιμα αυτά βακτήρια και κατά συνέπεια αυξάνουν τον κίνδυνο απειλητικών για τη ζωή λοιμώξεων καθώς και νόσου του μοσχεύματος εναντίον του ξενιστή.

Μία ομάδα με επικφαλής τους Δρ Γίνγκ Τάουρ, Έρικ Πάμερ και Ζοάο Ξάβιερ από το Memorial Sloan Kettering Cancer Center εξέτασε αν το μικροβίωμα στο έντερο των ασθενών μπορεί να επανέλθει μετά από τη θεραπεία με βλαστοκύτταρα και αντιβιοτικά. Τα κόπρανα του ανθρώπου περιέχουν αρκετά από τα ωφέλιμα βακτήρια που βρίσκονται στο έντερο. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δείγματα κοπράνων από τους ίδιους τους ασθενείς που είχαν ληφθεί πριν τη θεραπεία και στη συνέχεια έκαναν σε αυτούς αυτομεταμόσχευση (auto-FMT). Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Science Translational Medicine.

Τα δείγματα είχαν ληφθεί από τους ασθενείς και είχαν καταψυχθεί και αποθηκευτεί πριν από τη μεταμόσχευση των βλαστοκυττάρων. 1-5 εβδομάδες αργότερα, όταν οι γιατροί επιβεβαίωσαν ότι τα μεταμοσχευμένα βλαστοκύτταρα είχαν εγκατασταθεί, εκτίμησαν τα ποσοστά των ωφελίμων βακτηρίων του εντέρου για τον κάθε ασθενή. Οι 25 πρώτοι ασθενείς με χαμηλά ποσοστά των τελευταίων έλαβαν μέρος στην έρευνα και χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: οι 14 έλαβαν το αυτόλογο μόσχευμα κοπράνων μέσω κλύσματος, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν την τυπική θεραπεία.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος στο 79% των ασθενών που είχαν λάβει τα μοσχεύματα έφτασε να ομοιάζει σχεδόν κατά 75% το μικροβίωμα πριν τη θεραπεία. Εν αντιθέσει, μόλις το 27% της ομάδας ελέγχου έφτασε σε αυτό το επίπεδο. Στους ασθενείς με τα αυτομοσχέυματα τα ωφέλιμα βακτήρια επανήλθαν σε φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε μερικές ημέρες. Με την τυπική θεραπεία, τα ωφέλιμα βακτήρια χρειάζονται συνήθως αρκετές εβδομάδες για να επανέλθουν μετά τη χορήγηση των αντιβιοτικών.

Μία γενετική ανάλυση έδειξε ότι τα αυτομοσχεύματα επανέφεραν επίσης τις μεταβολικές λειτουργίες του εντερικού μικροβιώματος. Οι ερευνητές συνεχίζουν να παρακολουθούν τους εθελοντές για να επιβεβαιώσουν ότι τα αυτομοσχεύματα βελτιώνουν την πορεία των ασθενών, μειώνοντας τα ποσοστά λοιμώξεων και νόσου μοσχεύματος εναντίον ξενιστή.

«Η σημαντική αυτή έρευνα δείχνει ότι η χρησιμοποίηση αυτομοσχεύματος μπορεί να αναστρέψει τις αρνητικές δράσεις της ευρέως φάσματος αντιβιοτικής θεραπείας», είπε ο διευθυντής του NIAID, Δρ Άντονι Φάουσι. «Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες έρευνες, η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποδειχθεί ένας απλός τρόπος να αποκατασταθεί το υγιές εντερικό μικροβίωμα μετά από μία ισχυρή αντιμικροβιακή θεραπεία».

Βιβλιογραφία: NIH