Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε σχετίσει τη βιταμίνη D με τη ρύθμιση του μεταβολισμού και της ομοιόστασης των οστών. Ξεχνάμε, ωστόσο, ότι η βιταμίνη D έχει σημαντικές επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα και τη λειτουργία του εντερικού τουχώματος. Γνωρίζουμε ότι οι υποδοχείς της βιταμίνης D ρυθμίζουν έναν ενεργό μεταβολίτη της βιταμίνης ο οποίος εκφράζεται τόσο στο λεπτό όσο και στο παχύ έντερο. Ο μεταβολίτης αυτός είναι σημαντικός για τις ρυθμιστικές δράσεις του στο έντερο, καθώς σχετίζεται με τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση, τη λειτουργία του εντερικού τοιχώματος, την έμφυτη ανοσία και την ανοσιακή απόκριση. Γνωρίζουμε ότι η έκφραση της βιταμίνης D φθίνει στα προχωρημένα στάδια του καρκίνου του παχέος εντέρου και απουσιάζει εντελώς αν ο καρκίνος έχει ήδη δώσει μεταστάσεις.

Η βιταμίνη D επηρεάζει επίσης το εντερικό μικροβίωμα. Επηρεάζει τη μετανάσταευση των Τ-κυττάρων και παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αναφορικά με τις επιδράσεις που σχετίζονται με τον καρκίνο και τη φλεγμονή, γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D αναστέλλει την απόκριση του παράγοντα TNF-α. Έχει επίσης μία αντιφλεγμονώδη απόκριση με την κυτοκίνη ιντελευκίνη-10.

Σε μοντέλα ποντικών με υπερέκφραση του υποδοχέα της βιταμίνης D, είναι δυνατό να μειωθεί η κολίτιδα στα ζώα αυτά. Αν ο υποδοχέας αυτός απενεργοποιηθεί, τα πειραματόζωα εμφανίζουν εντεροκολίτιδα. Η απενεργοποίηση του ίδιου υποδοχέα στον άνθρωπο, δεν αποκρίνεται σε άλλη θεραπεία εκτός της μετμόσχευσης βλαστοκυττάρων.

Επίπεδα Βιταμίνης D και Καρκίνος του Παχέος Εντέρου

Ένα άρθρο που θα δημοσιευτεί το 2019 στο Journal of National Cancer Institute, αναφέρεται στη βιταμίνη D και τις επιδράσεις της στη μείωση του κινδύνου.

Η νέα αυτή έρευνα υποστηρίζει τη θεωρία ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο καρκίνου. Οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 5706 ασθενείς με κακρίνο του παχέος εντέρου και 7107 άτομα μίας ομάδας ελέγχου με σκοπό να εκτιμήσουν τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου στις διάφορες τιμές της βιταμίνης D. Χρησιμοποίησαν το τυπικό μέτρο της ανεπάρκειας βιταμίνης D που ορίζεται ως τιμές κάτω από 30 nmol/L. Για τη διατήρηση της οστικής υγείας, οι ιδανικές τιμές θεωρούνται αυτές μεταξύ των 50 και 62.5 nmol/L. Τα επίπεδα της βιταμίνης μέσα στο παραπάνω εύρος σχετίστηκαν με 19% μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, ενώ οι εθελοντές που είχαν επίπεδα μεταξύ 87.5 και 100 nmol/L είχαν 27% μειωμένο κίνδυνο.

Τα αποτελέσματα ουσιαστικά δείχνουν ότι όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της βιταμίνης D τόσο το καλύτερο. Ωστόσο, τα οφέλη φάνηκε να μην αυξάνονται περαιτέρω για τιμές πάνω από τα 100 nmol/L. Το γεγονός αυτό προφανώς δείχνει ότι αν και η βιταμίνη D έχει προστατευτική δράση, δεν πρέπει να χορηγείται ανεξέλεγκτα. Σίγουρα πάντως, οι γιατροί πρέπει να ξανασκεφτούν την ποσότητα της βιταμίνης D που χορηγούν στους ασθενείς τους.

Επιδράσεις στην Κλινική Πράξη

Τα συμπληρώματα βιταμίνης D χορηγούνται συχνά σε ασθενείς με εκκολπωματίτιδα, καθώς γνωρίζουμε ότι η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα της συγκεκριμένης βιταμίνης. Αν λάβουμε υπόψη μας τις αντιφλεγμονώδεις δράσης της βιταμίνης D στον πολλαπλασιασμό, τη διαφοροποίηση, τη λειτουργία του εντερικού τοιχώματος και την ανοσιακή απόκριση, είναι λογικό να σκεφτούμε αν η βιταμίνη έχει θέση στην αντιμετώπιση των φλεγμονωδών και λοιμωδών νόσων.

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι η βιταμίνη D είναι σημαντική στην ομοιόσταση και τη σηματοδότηση. Επηρεάζει το μικροβίωμα και έχει άμεσες δράσεις στην εντερική φλεγμονή του ξενιστή. Γνωρίζουμε ότι αυτό παίζει σίγουρα ρόλο στη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

Ακόμη δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D επηρεάζουν σημαντικά την πορεία διαφόρων νόσων, ωστόσο υπάρχουν σαφή στοιχεία που δείχνουν ότι ρυθμίζει τη φλεγμονή, διατηρεί τη συνέχεια του επιθηλίου και μειώνει τον πολλαπλασιασμό των εντερικών κυττάρων. Τα παραπάνω είναι αρκετά για να κινητοποιήσουν κάθε γιατρό να ελέγχει τα επίπεδα βιταμίνης D των ασθενών του, καθώς φαίνεται ότι τα συμπληρώματα μπορούν να προσφέρουν και οφέλη που δεν αφορούν την οστική υγεία.

Βιβλιογραφία: Medscape