Μία νέα έρευνα ανακάλυψε μία βιολογική εξήγηση για το γεγονός ότι ορισμένοι ασθενείς με κατάθλιψη δεν ανταποκρίνονται σε μία κοινή τάξη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται εν μέρει στις διαφορές των νευρικών κυττάρων τους σχετικά με τον τρόπο που παράγουν και χρησιμοποιούν τη σεροτονίνη.

Η σεροτονίνη είναι ένας χημικός σηματοδότης που παίζει σημαντικό ρόλο στο αίσθημα της ευτυχίας και της ευεξίας.

Οι επιστήμονες έχουν υποπτευθεί εδώ και αρκετά χρόνια ότι οι διαταραχές της σεροτονίνης στον εγκέφαλο αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στη μείζονα κατάθλιψη. Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) είναι η σημαντικότερη τάξη φαρμάκων που αντιμετωπίζει την παραπάνω διαταραχή αυξάνοντας τα επίπεδα της σεροτονίνης στις νευρικές συνάψεις.

Ωστόσο, για λόγους που δεν είναι ακόμα γνωστοί, τα SSRI δεν έχουν κανένα απότέλεσμα στο 30% περίπου των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη. Ερευνητές από το Ινστιτούτο Salk στην Καλιφόρνια κατάφεραν μάλλον λύσουν το παραπάνω μυστήριο.

Η έρευνά τους δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry. Οι επιστήμονες εξέτασαν κύτταρα από εκατοντάδες εθελοντές με μείζονα κατάθλιψη και ανακάλυψαν διαφορές που μπορούν πιθανώς να εξηγήσουν την ανθεκτικότητα στα SSRI.

«Τα αποτελέσματα», δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας Φρεντ Γκέιτζ, «προσφέρουν μία νέα οπτική στην εξέταση, κατανόηση και αντιμετώπιση της κατάθλιψης».

Οι Γκέιτζ και οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι οι παρατηρήσεις τους θα βοηθήσουν την έρευνα και άλλων ψυχικών νόσων που περιλαμβάνουν διαταραχές στο σύστημα της σεροτονίνης στον εγκέφαλο, όπως η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή.

Κατάθλιψη και Απόκριση των Νευρώνων στα SSRI

Η κατάθλιψη αποτελεί την κύρια αιτία αναπηρίας σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και επηρεάζει όλες τις ηλικίες ασθενών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών υπάρχουν σχεδόν 300 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως που πάσχουν από την παραπάνω ψυχική νόσο.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες έλαβαν δερματικά κύτταρα από σχεδόν 800 ενήλικες με μείζονα κατάθλιψη και τροποποίησαν τα κύτταρα αυτά σε βλαστοκύτταρα.

Στη συνέχεια ωρίμασαν τα κύτταρα αυτά σε σεροτονινεργικούς νευρώνες, δηλαδή το είδος των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου που παράγουν και χρησιμοποιούν τη σεροτονίνη.

Η ομάδα συνέκρινε τους σεροτονινεργικούς νευρώνες ασθενών που είχαν ανθεκτικότητα στα SSRI με κύτταρα ασθενών που ανταποκρίθηκαν κανονικά στα φάρμακα αυτά.

Σε προηγούμενες έρευνές τους, οι ίδιοι επιστήμονες είχαν δείξει ότι τα κύτταρα από ασθενείς με ανθεκτικότητα στα SSRI είχαν περισσότερους υποδοχείς σεροτονίνης, με αποτέλεσμα να αντιδρούν υπερβολικά στον χημικό αγγελιαφόρο.

Δομικές Διαφορές στα Νευρικά Κύτταρα

Η νέα έρευνα εξέτασε τις διαφορές ως προς την ανθεκτικότητα στα SSRI σε κυτταρικό επίπεδο. Δεν παρατήρησε διαφορές ανάμεσα στα κύτταρα των ασθενών ως προς τη βιοχημεία της σεροτονίνης. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν ορισμένες σημαντικές δομικές διαφορές στα κύτταρα.

Οι διαφορές αφορούσαν στο σχήμα και το μέγεθος των νευριτών, δηλαδή των προεκβολών που μεταφέρουν τα σήματα από και προς τα νευρικά κύτταρα.

Η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φυσιολογική ανάπτυξη των νευριτών. Η διαταραχή της παραπάνω διαδικασίας, σύμφωναμε μία έρευνα του 2018, μπορεί να οδηγήσει σε «αναπτυξιακές και νευρολογικές διαταραχές».

Η ομάδα διαπίστωσε ότι τα νευρικά κύτταρα στους ασθενείς με ανθεκτικότητα στα SSRI είχαν πολύ μακρύτερους νευρίτες σε σχέση με τα κύτταρα των υπολοίπων εθελοντών. Η γενετική ανάλυση αποκάλυψε επίσης μειωμένα ποσοστά έκφρασης των γονιδίων PCDHA6 και PCDHA8 στα κύτταρα των ασθενών με ανθεκτικότητα.

Τα δύο αυτά γονίδια ανήκουν στην οικογένεια της πρωτοκαδχερίνης και παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και το σχηματισμό των νευρικών κυττάρων.

Όταν δεν επέτρεψαν την έκφραση των γονιδίων PCDHA6 και PCDHA8 σε υγιείς σεροτονινεργικούς νευρώνες, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα κύτταρα αυτά ανέπτυξαν επίσης πολύ μακρούς νευρίτες, αντίστοιχα με τα νευρικά κύτταρα των ασθενών που είχαν ανθεκτικότητα στα SSRI.

Το μεγάλο μήκος των νευριτών μπορεί να διαταράξει την επικοινωνία στα εγκεφαλικά κυκλώματα της σεροτονίνης με ορισμένες περιοχές να παρουσιάζουν αυξημένη δραστηριότητα ενώ άλλες μειωμένη. Αυτό αποτελεί πιθανώς εξήγηση γιατί, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα SSRI δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τη μείζονα κατάθλιψη.

«Η έρευνά μας», είπε ο Γκέιτζ, «σε συνδυασμό με μία έρευνα που είχαμε δημοσιεύσει στο παρελθόν, εξηγεί γιατί η κοινή αυτή θεραπεία δεν έχει αποτέλεσμα σε ορισμένους ασθενείς. Δείχνει επίσης ότι οι άλλα φάρμακα, όπως οι σεροτονινεργικοί ανταγωνιστές, μπορούν πιθανώς να αποτελέσουν εναλλακτική επιλογή για ορισμένους ασθενείς».

Η ομάδα σκοπεύει στο μέλλον να εξετάσει περισσότερο το ρόλο των δύο γονιδίων πρωτοκαδχερίνης στους ασθενείς με ανθεκτικότητα στα SSRI.

«Με κάθε νέα έρευνα, πλησιάζουμε πιο κοντά στην κατανόηση της σύνθετης, νευρικής δραστηριότητας που ενοχοποιείται για αρκετές νευροψυχιατρικές νόσους, μεταξύ των οποίων και η μείζων κατάθλιψη», κατέληξε ο Γκέιτζ.