Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, ένα παθογόνο βακτήριο χρησιμοποιεί ένα φυσικό λιπίδιο με σκοπό να περιορίσει την ανοσιακή απόκριση του ξενιστή και κατά συνέπεια να αυξήσει την πιθανότητα λοίμωξης. Η ομάδα ερευνητών ανακάλυψε έτσι, ακουσίως, ένα νέο πιθανό στόχο της αντιφλεγμονώδους αγωγής για τις βακτηριακές και ιογενείς λοιμώξεις.

Είναι γνωστό ότι τα λιπίδια βοηθούν τα βακτήρια Francisella tularensis, τα οποία ευθύνονται για την τουλαραιμία, να καταστείλουν τη φλεγμονή του ξενιστή, όταν μολύνουν ανθρώπινα κύτταρα ή κύτταρα ποντικών. Σε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Innate Immunity, ερευνητές από το National Institute of Allergy and Infectious Diseases των ΗΠΑ, ανακάλυψαν ότι μία μορφή του λιπιδίου φωσφατιδυλεθανολοαμίνη είναι παρούσα στα βακτήρια. Η σύνθεση του λιπιδίου αυτού στα F. tularensis διαφέρει από τη σύνθεση του ίδιου βακτηρίου στα υπόλοιπα βακτήρια. Σε πειράματα με καλλιέργειες κυττάρων, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η φυσική και η συνθετικη μορφή της φωσφατιδυλεθανολοαμίνης περιορίζει τη φλεγμονή που προκαλείται τόσο από τα βακτήρια της τουλαραιμίας όσο και από αυτά του δάγγειου πυρετού.

Η τουλαραιμία αποτελεί μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή νόσο που μεταδίδεται στους ανθρώπους μέσω επαφής με ένα μολυσμένο ζώο ή μέσω τσιμπήματος από κουνούπια, τσιμπούρια ή μύγες ελαφιών. Αν και η τουλαραιμία μπορεί να αντιμετωπιστεί με αντιβιοτικά, είναι συχνά δύσκολο να διαγνωστεί, καθώς τα βακτήρια F. Tularensis μπορούν να καταστείλουν την ανοσιακή απόκριση στον άνθρωπο. Ο δάγγειος πυρετός, που μεταδίδεται κυρίως από τα κουνούπια Aedes aegypti, είναι σπάνια θανατηφόρος ωστόσο προκαλεί συχνά υψηλό πυρετό, σοβαρή κεφαλαλγία και γενικευμένο άλγος στον οργανισμό. Για την τελευταία νόσο δεν υπάρχει ειδική θεραπεία.

Μετά την ταυτοποίηση της φωσφατιδυλεθανολοαμίνης ως ένα λιπίδιο που μπορεί να αναστείλει την ανοσιακή απόκριση, οι επιστήμονες εξέτασαν αν το λιπίδιο αυτό έχει κάποια θεραπευτική αξία. Καθώς το φυσικό F. tularensis είναι υψηλά λοιμώδες και επομένως δύσκολο να εξεταστεί, οι ερευνητές ανέπτυξαν συνθετικά λιπίδια (το PE2410 και το PEPC2410) τα οποία θα ήταν ευκολότερο να παραχθούν και να μελετηθούν. Στη συνέχεια επιβεβαίωσαν ότι και τα δύο συνθετικά λιπίδια κατέστειλαν επίσης την ανοσιακή απόκριση κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης σε ανθρώπινα κύτταρα και κύτταρα ποντικών στο εργαστήριο.

Καθώς αρκετά είδη ιογενών λοιμώξεων προκαλούν μία ανεξέλεγκτη φλεγμονώδη απόκριση, η ομάδα εξέτασε τόσο τη φυσική όσο και τις συνθετικές μορφές της φωσφατιδυλεθανολοαμίνης στο εργαστήριο σε ανθρώπινα κύτταρα που είχαν μολυνθεί με τον ιό του δαγγείου πυρετού. Όλες οι μορφές της φωσφατιδυλεθανολοαμίνης περιόρισαν την ανοσιακή απόκριση σε σύγκριση με αυτή που παρατηρείται στα κύτταρα που έχουν μολυνθεί αλλά δεν έχουν λάβει θεραπεία.

Η ομάδα θα συνεχίσει να εξερευνά τον τρόπο με τον οποίο το F. Tularensis περιορίζει την ανοσιακή απόκριση. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι τα ευρήματά τους θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός ισχυρού, ευρέος φάσματος αντιφλεγμονώδους φαρμάκου.

Βιβλιογραφία: NIH