Όσοι διαβάζουν σχετικά με ιατρικά νέα θα είναι προφανώς εξοικειωμένοι με την ευρεία χρήση των πειραματοζώων στην βιοϊατρική έρευνα. Από τη διατροφή και το μεταβολισμό μέχρι την έρευνα για τον καρκίνο, οι επιστήμονες συχνά καταλήγουν σε συμπεράσματα για την δράση διαφόρων φαρμάκων στον άνθρωπο με βάση τις επιδράσεις τους στα ζώα.

Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστούν προβλήματα όταν οι ερευνητές εκτιμούν την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου με βάση τις παρατηρήσεις των παραπάνω ερευνών.

Η παραπάνω έννοια ορίζεται από τους επιστήμονες ως κλινική σημασία. Αρκετές εταιρίες που χρηματοδοτούν έρευνες, ζητούν από τους επιστήμονες να δικαιολογήσουν τη χρήση πειραματοζώων προβλέποντας σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις των ερευνών τους θα έχουν επιδράσεις στην υγεία του ανθρώπου.

Παράλληλα, οι δημοσιογράφοι δημοσιεύουν τίτλους που σκοπό έχουν να τραβήξουν την προσοχή του αναγνώστη, συχνά χωρίς να αναφέρουν την κλινική σημασία της έρευνας ή παραβλέποντας να αναφέρουν ότι η έρευνα έγινε σε πειραματόζωα και όχι σε ανθρώπους εθελοντές.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι έρευνες σε ποντίκια προσφέρουν πληροφορίες σχετικά με τη δράση ενός φαρμάκου στον άνθρωπο; Επίσης ποιος είναι υπεύθυνος για τα άρθρα που δεν περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την κλινική σημασία των ερευνών;

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε σε ποιο βαθμό οι έρευνες σε ζώα έχουν συμβάλλει στην πρόοδο της ιατρικής  και γιατί ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι έρευνες σε πειραματόζωα δεν έχουν κλινική σημασία.

Οι Πρώτες Έρευνες με Πειραματόζωα Έγιναν το 2000 π.Χ.

Η πρώτη ιστορική καταγραφή πειραμάτων σε ζώα χρονολογείται περίπου στο 2000 π.Χ. όταν οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι έκαναν χειρουργικές επεμβάσεις και χορηγούσαν φάρμακα σε ζώα για να εξετάσουν την αποτελεσματικότητά τους, πριν τα χορηγήσουν στον άνθρωπο.

Ανά τους αιώνες, αρκετές έρευνες σε πειραματόζωα αποκάλυψαν πληροφορίες τις οποίες θεωρούμε πλέον δεδομένες σήμερα.

Από την ανακάλυψη του Γαληνού το 2ο μ.Χ. αιώνα ότι στις αρτηρίες μας ρέει αίμα και όχι αέρας, μέχρι το 2006 όταν και ταυτοποιήθηκαν τέσσερα γονίδια η ενεργοποίηση των οποίων μπορεί να επαναφέρει οποιοδήποτε κύτταρο στην εμβρυονική βλαστοκυτταρική κατάσταση, οι έρευνες σε πειραματόζωα βρίσκονται στο επίκεντρο των βιοεπιστημών.

Αρκετοί επιστήμονες έχουν προσπαθήσει επίσης διαχρονικά να ορίσουν το «ιδανικό» μοντέλο πειραματοζώων. Ουσιαστικά το ιδανικό μοντέλο θα είναι αυτό που θα μπορεί να προσομοιάσει καλύτερα στα ζώα την πάθηση που εξετάζεται στον άνθρωπο.

Η παραπάνω προσπάθεια ωστόσο είναι εν μέρει ουτοπική καθώς κανεάνα μοντέλο δεν θα μπορέσει ποτέ να προσομοιάσει επακριβώς τη νόσο στον άνθρωπο.

Τα Μοντέλα Πειραματοζώων στη Σύγχρονη Ιατρική

Ο Φρανσουά Μπαρέ-Σινουσί και ο Χαβιέ Μονταγκουτέλι, από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι, συζητούν τη συμβολή των ερευνών σε ζώα στην πρόοδο της ιατρικής σε ένα άρθρο τους που δημοσιεύτηκε το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό Future Science OA.

«Η χρήση πειραματοζώων δεν βασίζεται μόνο στις αρκετές ομοιότητες που έχει ο ανθρώπινος οργανισμός με αυτόν των περισσοτέρων θηλαστικών, αλλά και στο γεγονός ότι αρκετές παθήσεις του ανθρώπου εμφανίζονται επίσης και στα ζώα», εξηγούν.

«Αυτό ισχύει για τα περισσότερα λοιμώδη νοσήματα αλλά και για κοινές παθήσεις όπως ο διαβήτης τύπου 1, η υπέρταση, οι αλλεργίες, ο καρκίνος, η επιληψία, οι μυοπάθειες και πολλές άλλες», προσθέτουν.

Οι μηχανισμοί των παραπάνω παθήσεων είναι συχνά τόσο όμοιοι με αυτούς του ανθρώπου, με αποτέλεσμα το 90% των κτηνιατρικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στα ζώα, να είναι πανομοιότυπα με τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της ίδιας νόσου στον άνθρωπο.

Οι επιστήμονες σημειώνουν μάλιστα ότι αρκετοί νικητές του βραβείου Νόμπελ είχαν κάνει τις έρευνές τους σε πειραματόζωα και είχαν καταλήξει σε παρατηρήσεις που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ιατρική με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται η δουλειά του Φρέντερικ Μπάντινγκ και του Τζον Μακλέοντ στην απομόνωση της ινσουλίνης από σκύλους, η δουλειά του Εμίλ βον Μπέρινγκ για τα εμβόλια με πειράματα σε ινδικά χοιρίδια και κουνέλια και η δουλειά του Τζέιμς Άλισον και Τασούκου Χόνζο στα ποντίκια για την ανοσοθεραπεία του καρκίνου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι έρευνες σε πειραματόζωα έχουν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την ιατρική του σήμερα. Οι δύο συγγραφείς τονίζουν ωστόσο ότι «τα αποτελέσματα των ερευνών σε πειραματόζωα δεν επαληθεύονται πάντοτε στις κλινικές δοκιμές με ανθρώπους που γίνονται αργότερα».

Αν και ένα μεγάλο κομμάτι του γονιδιώματός μας είναι κοινό με τα ζώα, υπάρχουν σημαντικές διαφορές οι οποίες μπορούν εν μέρει να εξηγήσουν το παραπάνω φαινόμενο, όπως δήλωσαν οι συγγραφείς.

«Αν και ορισμένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις διαφορές αυτές για να υπονομεύσουν την αξία των ερευνών με πειραματόζωα, αρκετοί πιστεύουμε ότι πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις διαφορές αυτές για έχουμε τη δυνατότητα να τις λάβουμε υπόψη στο σχεδιασμό των νέων ερευνών», εξηγούν.

Η Κλινική Σημασία

Η αλήθεια είναι πάντως ότι οι απόψεις των παραπάνω δύο συγγραφέων δεν ασπάζονται από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας.

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2018 στο Journal of Translational Medicine, οι Παντόρα Πάουντ από το Ηνωμένο Βασίλειο και Μέρελ Ρίτσκες-Χοϊτίνγκα από την Ολλανδία, δήλωσαν ότι «οι προκλινικές έρευνες σε ζώα δεν είναι ποτέ απόλυτα έγκυρες, εξ’αιτίας των σημαντικών διαφορών ανάμεσα στα δύο είδη».

Το άρθρο τους εστιάζει περισσότερο στη φαρμακοβιομηχανία, η οποία απαιτεί έρευνες με πειραματόζωα για τα περισσότερα φάρμακα πριν αυτά εισέλθουν στο στάδιο των κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους. Σήμερα, δεν είναι δυνατό να εξεταστούν φάρμακα σε ανθρώπους αν δεν έχουν γίνει πρώτα έρευνες σε πειραματόζωα.

«Ένα από τα αρνητικά που έχουν οι έρευνες σε πειραματόζωα είναι ότι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ενός φαρμάκου», είπαν.

Οι επιστήμονες σημειώνουν ιδιαίτερα μία έρευνα του 2006 που είχε εξετάσει το φάρμακο TGN1412. Το φάρμακο αυτό ήταν απόλυτα ασφαλές στα πειραματόζωα, ωστόσο όταν χορηγήθηκε σε ανθρώπους σε μία κλινική δοκιμή φάσης 1, προκάλεσε σημαντικές απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις.

Άλλοι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν οφέλη από τις έρευνες σε πειραματόζωα, ωστόσο συνιστούν προσοχή στην επιλογή του καταλλήλου μοντέλου και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

Ο Δρ Βουτέλ Βόικαρ, από το Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, χρησιμοποιεί ποντίκια στις νευροσυμπεριφορικές έρευνές του.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο που δημοσίευσε με τη συνεργάτη του, Τζοάνα Άλγκρεν, στο επιστημονικό περιοδικό Lab Animal, ο Δρ Βόικαρ έδειξε ότι διαφορετικά στελέχη ποντικών είχαν σημαντικές αλλαγές στο βασικό συμπεριφορικό τους προφίλ.

«Ένας σημαντικός κανόνας όταν χρησιμοποιούμε ζώα στη βασική έρευνα είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε τον ανθρωπομορφισμό και να λαμβάνουμε τις διαφορές των ειδών υπόψη μας όσο το δυνατόν περισσότερο», δήλωσε.

«Με τον προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων, την κατανόηση της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων σε διάφορα επίπεδα και την κατάλληλη ερμηνεία των αποτελεσμάτων, μπορεί να διασφαλιστεί η κλινική σημασία των ερευνών με πειραματόζωα», πρόσθεσε.

Περισσότερη Αντικειμενική Συζήτηση

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τους δημοσιογράφους και τον τρόπο που παρουσιάζουν ή ερμηνεύουν τα αποτελέσματα, ο Δρ Βόικαρ θεώρησε ότι οι επιστήμονες ευθύνονται περισσότερο.

«Πιστεύω ότι το σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι επιστήμονες και ο τρόπος που παρουσιάζουν τα δεδομένα στις έρευνές τους. Ακόμα και αν τα δεδομένα είναι ενδιαφέροντα, συχνά εξαίρουν τη σημαντικότητά τους για σοβαρές παθήσεις, ακόμα κι αν είναι πρώιμα», εξήγησε.

«Τα αποτελέσματα των περισσοτέρων ερευνών πρέπει να επαληθευτούν από μελλοντικές έρευνες. Άλλες έρευνες πρέπει επίσης να εξετάσουν αν οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν και άλλες παθήσεις. Οι θεραπείες επίσης δεν είναι διαθέσιμες άμεσα. Ωστόσο, οι επιστήμονες συχνά πρέπει να παρουσιάσουν τα αποτελέσματά τους με αυτό τον τρόπο για να λάβουν χρηματοδοτήσεις για μελλοντικές έρευνες», πρόσθεσε.

Προτείνει επίσης ότι πρέπει να γίνεται πολυεπιστημονικός διάλογος ανάμεσα στην κλινική, τη βασική και την προκλινική έρευνα καθώς συχνά οι βιολόγοι που μελετούν μοντέλα μίας νόσου έχουν περιορισμένες γνώσεις σχετικά με την πάθηση αυτή και το φάσμα της διαφορικής της διάγνωσης.

«Πρέπει να αποφεύγουμε να παρουσιάζουμε τα αποτελέσματά μας σαν κάτι που δεν είναι και να έχουμε ως σκοπό να προωθήσουμε το διάλογο. Οι επιστήμονες πρέπει να αποφεύγουν επίσης τις γενικεύσεις και να είναι σαφείς σχετικά με τον τρόπο που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματά τους».

Αν και η διαμάχη σχετικά με την κλινική σημασία των ερευνών με πειραματόζωα συνεχίζεται, ο Βόικαρ πιστεύει ότι οι περισσότεροι επιστήμονες χρησιμοποιούν τις παραπάνω έρευνες με σκοπό να συμβάλλουν στη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου.