Σκεφτείτε όσα ξέρετε για την καρδιαγγειακή νόσο και συγκεκριμένα την υψηλή χοληστερόλη, την απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών, τα stent και τα χειρουργεία bypass. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν πλέον ότι τα παραπάνω αποτελούν χαρακτηριστικά της καρδιακών παθήσεων στους άνδρες, καθώς τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες μπορεί να παρουσιάσουν διαφορετική συμπτωματολογία.

Για αρκετά χρόνια οι καρδιολόγοι απορούσαν γιατί οι μισές γυναίκες με τα κλασσικά συμπτώματα των φραγμένων αρτηριών, δηλαδή στηθάγχη, δύσπνοια και παθολογικό stress test καρδίας, έχουν φυσιολογικές αρτηρίες. Αρκετοί γιατροί είχαν αποκαλέσει το παραπάνω φαινόμενο «καρδιακό σύνδρομο Χ». Δεν είχαν καταλάβει γιατί συμβαίνει με αποτέλεσμα οι γυναίκες να κάνουν συνεχώς αγγειογραφίες αναζητώντας εμφράγματα που δεν υπήρχαν.

Αυτό συμβαίνει ακόμα μέχρι σήμερα, ωστόσο όλο και περισσότεροι γιατροί αναγνωρίζουν ότι παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες αυτές έχουν ανοιχτές αρτηρίες, οι μισές από αυτές έχουν ισχιαμία (δηλαδή μειωμένη ροή αίματος στην καρδιά). Η πάθηση αυτή έχει ονομαστεί ισχαιμία με μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο ή INOCA.

Ο καρδιολόγος Μπέιρι Μερζ, διευθυντής του Καρδιολογικού Κέντρου Barbra Streisand, είναι επικεφαλής της μελέτης WISE (Women’s Ischemia Syndrome Evaluation) η οποία έχει στόχο να αποσαφηνίσει την INOCA και τις σχετιζόμενες με αυτή παθήσεις. Αν και η μορφή που εμφανίζεται στους άνδρες είναι η πλέον συχνή και στα δύο φύλα, «η INOCA ενοχοποιείται για περίπου το 25-30% της ισχαιμικής καρδιακής νόσου στις γυναίκες και το 10% στους άνδρες», είπε ο Μερζ. Τα δεδομένα της έρευνας WISE δείχνουν ότι μετά τη διάγνωση, οι γυναίκες που πάσχουν από τη διαταραχή έχουν 2.5% ετήσιο κίνδυνο θανάτου, εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια. Έχουν επίσης τετραπλάσια πιθανότητα σε σχέση με τους άνδρες να κάνουν επανεισαγωγή στο νοσοκομείο μέσα σε 180 ημέρες από τη νοσηλεία για έμφραγμα του μυοκαρδίου ή σοβαρή στηθάγχη.

Το αρχικό μυστήριο αναφορικά με την INOCA ήταν πώς είναι δυνατόν η καρδιά να έχει μειωμένη παροχή αίματος όταν οι κύριες αρτηρίες της δεν είναι φραγμένες. Η απάντηση συχνά βρίσκεται στις μικρότερες διακλαδώσεις και τα κλαδιά του αγγειακού συστήματος, τα αρτηρίδια και τα τριχοειδή που μεταφέρουν οξυγόνο και θρεπτικές ουσίες στον καρδιακό μυ. Τα τοιχώματα των αγγείων αυτών είναι πολύ λεπτά για να είναι δυνατό να συσσωρευτούν πλάκες, ωστόσο μπορεί να γίνουν δυσλειτουργικά, έτσι ώστε να μην μπορούν να διαστέλλονται ή να συσπώνται όσο χρειάζεται, για παράδειγμα, όταν κάποιος ανεβαίνει σκαλιά ή αντιμετωπίζει κάποιο συναισθηματικό σοκ.

Το 50-65% των περιστατικών της INOCA μπορεί να αποδοθεί στις παραπάνω δυσλειτουργίες, οι οποίες ανιχνεύονται με ειδικές απεικονιστικές εξετάσεις. Ο λόγος που οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες δεν είναι ακόμα γνωστός, είπε ο Πούτζα Μέχτα, από το Women’s Heart Center στο Πανεπιστήμιο του Έμορι. Αρκετοί από τους συνήθεις παράγοντες κινδύνου μάλλον ενοχοποιούνται, όπως για παράδειγμα το κάπνισμα, ο διαβήτης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η υψηλή χοληστερόλη. Άλλοι παράγοντες που είναι συχνότεροι στις γυναίκες μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο, όπως για παράδειγμα το ιστορικό προβλημάτων κατά την κύηση (υπέρταση και διαβήτης), η κατάθλιψη και οι αυτοάνοσες νόσοι.

Η θεραπεία της INOCA ακόμα βρίσκεται υπό διερεύνηση. Μικρές έρευνες έχουν δείξει ότι αρκετά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πιο κοινή μορφή της καρδιαγγειακής νόσου, όπως οι στατίνες και οι αναστολείς του ACE, μπορούν να βοηθήσουν τους ασθενείς με INOCA. Η πρώτη έρευνα μεγάλης κλίμακας συγκρίνει ένα νέο φάρμακο με την «τυπική αγωγή» σε 4.422 γυναίκες. Η έρευνα ξεκίνησε στις αρχές του 2018 και θα ολοκληρωθεί το 2022 οπότε και θα έχουμε μία πρώτη ιδέα για τη θεραπεία της νόσου.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει μεγάλη ανάγκη να βρεθούν αποτελεσματικές θεραπείες. Οι γυναίκες με μικροαγγειακή δυσλειτουργία συχνά παρουσιάζουν τελικά καρδιακή ανεπάρκεια. Η καρδιακή ανεπάρκεια αυτή είναι μία «γυναικεία» μορφή της νόσου. Στους άνδρες, το τυπικό πρόβλημα είναι ότι οι κοιλίες δεν συσπώνται επαρκώς, γεγονός που λέγεται καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης ή HFrEF. Στις γυναίκες το συχνότερο πρόβλημα είναι ότι οι κοιλίες δεν χαλαρώνουν αρκετά για να γεμίσουν επαρκώς, πάθηση γνωστή ως καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης ή HFpEF.

Και τα δύο παραπάνω είδη καρδιακής ανεπάρκειας παρουσιάζουν αύξηση τελευταία λόγω της επιδημίας παχυσαρκίας και της γήρανσης του πληθυσμού. Η Λίντα Πίτερσον από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον είπε ότι «όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιβιώνουν από τα εμφράγματα του μυοκαρδίου, επομένως τελικά καταλήγουν από καρδιακή ανεπάρκεια αργότερα». Η καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης είναι μία νόσος που έχει αναλυθεί αρκετά και το ίδιο ισχύει για τη θεραπεία της, είπε ο Μερζ. Ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για την καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης. «Αν είχαμε μελετήσει τις γυναίκες πριν από 50 χρόνια, δεν θα βρισκόμασταν σε αυτή την κατάσταση», πρόσθεσε.

Σχεδόν όλα όσα γνωρίζουμε για την καρδιακή νόσο στις γυναίκες προέρχεται από έρευνες μετά το 1990. Πριν από το έτος αυτό, οι έρευνες περιελάμβαναν μόνο άνδρες: Άνδρες ασθενείς, αρσενικά ποντίκια, αρσενικούς πιθήκους και κύτταρα από άνδρες. Σήμερα, οι περισσότεροι εθελοντές είναι γυναίκες, επομένως αποκτούμε όλο και περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτές.

Βιβλιογραφία: Scientific American