Όπως συμβαίνει και με τους χτύπους της καρδιάς, η αναπνοή είναι κάτι που φυσιολογικά δεν αντιλαμβανόμαστε. Η δύσπνοια, δηλαδή η επώδυνη συνειδητοποίηση της αναπνοής μπορεί να είναι αποτέλεσμα μίας σειράς προβλημάτων, όπως μία αλλεργική αντίδραση, μία κρίση πανικού ή η αναιμία. Συχνότερα, ωστόσο, το υποκείμενο αίτιο είναι μία καρδιακή ή πνευμονική νόσος.

Καθώς τα παραπάνω δύο οργανικά συστήματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σε μεγάλο βαθμό, οι βλάβες σε ένα από αυτά επηρεάζουν σχεδόν πάντοτε και το άλλο. Στην πραγματικότητα, το 60% σχεδόν των ασθενών με καρδιαγγειακή νόσο πάσχουν επίσης από μία πνευμονική νόσο. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι πάντοτε εύκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα καρδιακά και τα πνευμονικά προβλήματα.

Καρδιακά Αίτια

Αρκετές παθήσεις του καρδιαγγειακού μπορεί να προκαλέσουν δύσπνοια. Το σύμπτωμα αυτό μπορεί να εμφανιστεί αιφνιδίως, όπως για παράδειγμα σε ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή σε μία πνευμονική εμβολή, η οποία εμφανίζεται όταν ένας θρόμβος αίματος αποκοπεί και φτάσει στον πνεύμονα.

Τα αναπνευστικά προβλήματα που σχετίζονται με την καρδιά μπορεί επίσης να εμφανιστούν σταδιακά. Συχνά, εμφανίζονται μόνο κατά τη διάρκεια φυσικής άσκησης. Πιθανά αίτια περιλαμβάνουν την αορτική στένωση, τις διαταραχές του καρδιακού ρυθμού ή την καρδιακή ανεπάρκεια. Η δύσπνοια στην καρδιακή ανεπάρκεια (την αδυναμία δηλαδή της καρδιάς να αντλήσει αρκετό αίμα για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού) συχνά επιδεινώνεται όταν ο ασθενής βρίσκεται σε ύπτια θέση.

Πότε η Δύσπνοια Χρειάζεται Άμεση Αντιμετώπιση;

Ανεξαρτήτως αιτίου, η δύσπνοια είναι ένα σύμπτωμα που δεν πρέπει να αγνοείται. Ενδείξεις ότι πρέπει να μεταβείτε άμεσα στα επείγοντα ενός νοσοκομείου περιλαμβάνουν:

  • Ανεξήγητη δύσπνοια που εμφανίζεται για πρώτη φορά
  • Δύσπνοια σε ξεκούραση
  • Δύσπνοια που συνοδεύεται από άλγος ή αίσθημα πίεσης στο θώρακα, ίλιγγο ή εφίδρωση
  • Δύσπνοια που επιδεινώνεται, σε ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, άσθμα ή εμφύσημα

Πνευμονικά Προβλήματα

Όταν η δύσπνοια συνοδεύεται από σφίξιμο στο στήθος ή συριγμό, μπορεί να αποδίδεται σε άσθμα. Η επιδείνωση των αναπνευστικών προβλημάτων και ο βήχας μπορεί να αποτελούν ένδειξη χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ), στην οποία περιλαμβάνονται η χρόνια βρογχίτιδα και το εμφύσημα. Η πνευμονία, μία λοίμωξη των πνευμόνων που αποτελεί συνήθως επιπλοκή της γρίπης, προκαλεί βήχα, πυρετό και ρίγος εκτός από τη δύσπνοια.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι μη επεμβατικές εξετάσεις όπως η ακτινογραφία θώρακος ή ο υπέρηχος της καρδιάς μπορεί να αποκαλύψουν το αίτιο της δύσπνοιας. Σπανιότερα, τα αποτελέσματα όλων των παραπάνω εξετάσεων μπορεί να είναι φυσιολογικά, χωρίς ωστόσο ο βήχας να υποχωρεί, γεγονός που δυσχεραίνει την άσκηση του ασθενούς. Στους ασθενείς με ανεξήγητη δύσπνοια η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει μέχρι και για 2 χρόνια, ενώ αρκετές φορές αποδίδεται σε ψυχολογικά αίτια.

Άλλες Εξετάσεις

Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες εξετάσεις γίνονται όταν ο ασθενής βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις ανεξήγητης δύσπνοιας τα συμπτώματα εμφανίζονται όταν ο ασθενής ασκείται. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων κατά την άσκηση (advanced cardiopulmonary testing). Ο γιατρός χρησιμοποιεί λεπτούς εύκαμπτους σωλήνες (καθετήρες) για να εισάγει συσκευές παρακολούθησης της πίεσης στην πνευμονική αρτηρία και την κερκιδική αρτηρία. Οι συσκευές αυτές δίνουν μία εικόνα σχετικά με την ποσότητα του οξυγόνου που μεταφέρεται και χρησιμοποιείται από τους μύες όταν ασκούνται. Συχνά χρησιμοποιείται και ένας αισθητήρας στο στόμα ο οποίος υπολογίζει πόσο αποτελεσματικά προσλαμβάνεται το οξυγόνο και απομακρύνεται το διοξείδιο του άνθρακα.

Η παραπάνω εξέταση συνήθως αρκεί για να λυθεί το μυστήριο σχετικά με τα αίτια της ανεξήγητης δύσπνοιας. Το 1/4 περίπου των περιστατικών αποδίδεται στην πνευμονική υπέρταση, η οποία εμφανίζεται όταν οι αρτηρίες που μεταφέρουν το αίμα στους πνεύμονες γίνονται σκληρές και άκαμπτες. Άλλες πιθανές διαγνώσεις περιλαμβάνουν λιγότερο κοινές μορφές καρδιακής ανεπάρκειας ή σπάνιες νευρομυϊκές και μεταβολικές διαταραχές.

Αν λάβετε θεραπεία για κάποιο αίτιο δύσπνοιας, θα πρέπει να παρατηρήσετε άμεσα βελτίωση. Σε άλλη περίπτωση, ο γιατρός θα χρειαστεί να κάνει περισσότερες εξετάσεις για την ταυτοποίηση του αιτίου. Οι θεραπείες μπορεί να περιλαμβάνουν χορήγηση φαρμάκων, χειρουργική αντιμετώπιση ή θεραπεία καρδιακής αποκατάστασης. Οι παραπάνω δεν αντιμετωπίζουν πάντοτε πλήρως το πρόβλημα, ωστόσο βελτιώνουν τη συμπτωματολογία και επιβραδύνουν την πορεία της νόσου που ευθύνεται.

Βιβλιογραφία: Harvard Health