Η ποσότητα υγρών (νερού) του οργανισμού ρυθμίζεται κυρίως από τους νεφρούς. Αυτό συμβαίνει λόγω της ικανότητας των τελευταίων να ελέγχουν την κατακράτηση και απομάκρυνση του νατρίου και του χλωρίου. Οι ποσότητες των παραπάνω δύο στοιχείων και του νερού στον οργανισμό πρέπει να ρυθμίζονται προσεκτικά και συνδέονται μεταξύ τους. Επομένως, αν γίνεται κατακράτηση νατρίου και χλωρίου από τον οργανισμό, το ίδιο ισχύει και για το νερό.

Η απομάκρυνση του νατρίου, του χλωρίου και του νερού από τον οργανισμό είναι μία σύνθετη διαδικασία. Στους νεφρούς, το νάτριο, το χλώριο και άλλα μικρά μόρια «φιλτράρονται» από το αίμα μέσω των σωληναρίων όπου σχηματίζονται τα ούρα. Η μεγαλύτερη ποσότητα νατρίου, χλωρίου και νερού επαναρροφάται στο αίμα πριν τα ούρα απομακρυνθούν από τους νεφρούς. Διάφοροι μηχανισμοί που δρουν σε τμήματα των νεφρικών σωληναρίων μπορούν επίσης να επηρεάσουν την επαναρρόφηση του νατρίου και του χλωρίου.

Τα διουρητικά είναι μία τάξη φαρμάκων που αυξάνουν τη ροή των ούρων (διούρηση). Δρουν απομακρύνοντας το νάτριο και το χλώριο από τον οργανισμό, τα οποία με τη σειρά τους δεσμεύουν και απομακρύνουν νερό μέσω των ούρων. Η ποσότητα νατρίου και χλωρίου στον οργανισμό (υπό τη μορφή χλωριούχου νατρίου), όπως προαναφέρθηκε, συνδέεται άμεσα με την ποσότητα του νερού. Αυτός είναι και ο λόγος που τα περισσότερα διουρητικά ασκούν τη δράση τους αυξάνοντας την απομάκρυνση χλωριούχου νατρίου.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι υπάρχει μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πρόσληψη νατρίου από τη διατροφή και την απομάκρυνσή του από τους νεφρούς. Αν η ισορροπία αυτή διαταραχθεί με αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη πρόσληψη νατρίου αλλά μειωμένη απομάκρυνσή του, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές που σχετίζονται με την κατακράτηση υγρών, όπως οιδήματα, πνευμονικό οίδημα ή υπέρταση. Όταν υπάρχει αυξημένη απέκκριση νατρίου αλλά μειωμένη πρόσληψη, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές που σχετίζονται με μειωμένη ποσότητα υγρών όπως νεφρική ανεπάρκεια ή μειωμένο κλάσμα εξώθησης από την καρδιά.

Η παρατεταμένη χρήση διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποσότητας νατρίου και χλωρίου στον οργανισμό. Ο τελευταίος, ωστόσο, έχει αρκετούς φυσικούς μηχανισμούς για να αντισταθμίσει τις παραπάνω μειώσεις. Μία από αυτές είναι ο περιορισμός της έκκρισης νατρίου και χλωρίου στα ούρα έτσι ώστε να στεθεροποιηθεί η ποσότητα νατρίου, χλωρίου και νερού. Με τον τρόπο αυτό, τα επίπεδα των παραπάνω τριών στοιχείων διατηρούνται πάντοτε σε επαρκή επίπεδα.

Σε ποιες Παθήσεις Χορηγούνται τα Διουρητικά;

Τα διουρητικά χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για την αντιμετώπιση του οιδήματος που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση του ήπατος και θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή οιστρογόνα.

Έχουν επίσης χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του οιδήματος που προκαλείται από τη δυσλειτουργία των νεφρών (όπως για παράδειγμα στο νεφρωσικό σύνδρομο, την οξεία σπειραματονεφρίτιδα και τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια). Τα διουρητικά χρησιμοποιούνται επίσης για τη μείωση της απομάκρυνσης ασβεστίου μέσω των ούρων, γεγονός που τα καθιστά χρήσιμα στην πρόληψη των νεφρολίθων από ασβέστιο.

Τα διουρητικά χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία στην αντιμετώπιση της υπέρτασης ή σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα σε πιο σοβαρές μορφές της νόσου.

Οι αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (μία κατηγορία διουρητικών) χρησιμοποιούνται ως συμπληρωματική θεραπεία στο χρόνιο γλαύκωμα.

Τα θειαζιδικά διουρητικά έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης σε γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση. Χορηγούνται ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ασβέστιο ή οιστρογόνα. Τα θειαζιδικά διουρητικά έχουν επίσης χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του άποιου διαβήτη.

Ποιες είναι οι Κατηγορίες των Διουρητικών Φαρμάκων;

Τα διουρητικά της αγκύλης (φουροσεμίδη, βουμετανίδη) είναι τα πλέον ισχυρά διουρητικά, καθώς αυξάνουν την απομάκρυνση νατρίου και χλωρίου προλαμβάνοντας την επαναρρόφησή τους. Η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων αυτών αποδίδεται στο σημείο δράσης τους, δηλαδή στην αγκύλη του Henle των νεφρών.

Τα θειαζιδικά διουρητικά (χλωροθαλιδόνη, υδροχλωροθειαζίδη, ινδαπαμίδη) αυξάνουν την απομάκρυνση νατρίου και χλωρίου σχεδόν εξίσου με τα διουρητικά της αγκύλης. Δρουν αναστέλλοντας την επαναρρόφηση νατρίου και χλωρίου στο άπω εσπειραμένα σωληνάρια των νεφρών.

Τα προστατευτικά της απώλειας καλίου (αμιλορίδη) μειώνουν την επαναρρόφηση νατρίου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απομάκρυνση ασβεστίου, καθώς οι δύο αυτές ενέργειες συνδέονται μεταξύ τους. Τα διουρητικά αυτης της κατηγορίας χορηγούνται σχεδόν πάντοτε σε συνδυασμό με διουρητικά της αγκύλης ή θειαζιδικά διουρητικά.

Οι αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (ακεταζολαμίδη) δρουν αυξάνοντας την απέκκριση νατρίου, καλίου, διττανθρακικού και νερού από τα νεφρικά σωληνάρια.

Τα ωσμωτικά διουρητικά (μαννιτόλη) είναι μικρομοριακές ουσίες που φιλτράρονται από το αίμα στα σωληνάρια όπου βρίσκονται σε υψηλές συγκεντρώσεις. Δρουν προλαμβάνοντας την επαναρρόφηση νερού, νατρίου και χλωρίου.

Ποιες είναι οι Ανεπιθύμητες Ενέργειες των Διουρητικών;

Όταν διαταραχθεί η ισορροπία των υγρών του οργανισμού εξ’αιτίας των διουρητικών, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως:

  • Ξηροστομία
  • Δίψα
  • Αδυναμία
  • Ληθαργικότητα
  • Ναυτία
  • Ανησυχία
  • Μυαλγίες ή κράμπες
  • Σύγχυση
  • Σπασμοί
  • Αίσθημα κόπωσης των μυών
  • Υπόταση
  • Ολιγουρία
  • Ταχυκαρδία
  • Γαστρεντερικές διαταραχές

Τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα νατρίου που μπορεί να είναι αποτέλεσμα της λήψης θεραζιδικών διουρητικών έχουν σχετιστεί με αυξημένη θνησιμότητα και νευρολογικές βλάβες στους ηλικιωμένους.

Τα θειαζιδικά διουρητικά έχουν σχετιστεί επίσης με αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε ουρική αρθρίτιδα.

Με ποια Φάρμακα Αλληλεπιδρούν τα Διουρητικά;

Τα θειαζιδικά διουρητικά, όταν χορηγούνται μαζί με αντιδιαβητικά φάρμακα, προκαλούν σημαντική μείωση στα επίπεδα των τελευταίων στο αίμα. Επομένως, στην περίπτωση αυτή πρέπει να αυξάνεται η δόση των αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Τα διουρητικά της αγκύλης και τα θειαζιδικά διουρητικά, όταν χορηγούνται μαζί με διγοξίνη μπορεί να μειώσουν σημαντικά τα επίπεδα του καλίου στο αίμα με αποτέλεσμα να εμφανιστεί αδυναμία, κράμπες και αρρυθμία.

Το λίθιο, όταν λαμβάνεται μαζί με διουρητικά, έχει αυξημένη τοξικότητα λόγω της μειωμένης απομάκρυνσής του από τους νεφρούς. Τα επίπεδα του λιθίου πρέπει επομένως να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Τα προστατευτικά της απώλειας καλίου, όταν χορηγούνται μαζί με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης ή μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), μπορεί να αυξήσουν σημαντικά τα επίπεδα του καλίου με αποτέλεσμα να προκληθεί υπερκαλιαιμία. Η σοβαρή υπερκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα όπως μυϊκή αδυναμία, αίσθημα κόπωσης και βραδυκαρδία. Είναι σημαντικό να παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα του καλίου και να γίνεται ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Τα διουρητικά χορηγούνται συχνά με αντιϋπερτασικά φάρμακα ή άλλα φάρμακα για την καρδιά. Το γεγονός αυτό αυξάνει τη δράση των παραπάνω φαρμάκων, προκαλώντας ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες (όπως μειωμένα επίπεδα καλίου).

Βιβλιογραφία: RxList

Φωτογραφία: www.MedicalGraphics.de