Η αϋπνία αποτελεί μία σχετικά κοινή διαταραχή σήμερα. Χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην έλευση ή διατήρηση του ύπνου, με αρκετούς ασθενείς να παρουσιάζουν και τα δύο.

Σχεδόν το 25% του πληθυσμού παρουσιάζει βραχείας διάρκειας αϋπνία ετησίως ή οποία αποδίδεται τυπικά σε στρες ή ανησυχία. Στο 1/3 περίπου των ασθενών αυτών η αϋπνία εξελίσσεται σε χρόνια.

Ως χρόνια αϋπνία ορίζεται η δυσκολία στην έλευση ή διατήρηση του ύπνου για τουλάχιστον 3 βράδια την εβδομάδα σε ένα διάστημα 3 μηνών.

Τόσο η οξεία όσο και η χρόνια αϋπνία μπορεί να προκαλέσουν υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, διαταραχές της μνήμης και της συγκέντρωσης, καθώς και μειωμένη ενέργεια.

Ωστόσο, διάφορες έρευνες έχουν συνδέσει την αϋπνία και με άλλες παθήσεις. Μία πρόσφατη ανάλυση, που δημοσιεύτηκε στο Sleep Medicine Reviews, συνέδεσε την αϋπνία με την κατάθλιψη, το άγχος και τον αλκοολισμό.

Σήμερα, μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology, δείχνει ότι οι προηγούμενες μελέτες δεν είχαν εξετάσει την αϋπνία με σωστά κριτήρια, επομένως αποφάσισαν να εξερευνήσουν καλύτερα τη σύνδεσή της με άλλες παθήσεις.

Διάγνωση της Αϋπνίας

Τα αποτελέσματα της νέας έρευνας έδειξαν ότι η διάγνωση της αϋπνίας, ιδιαίτερα στα νεαρά άτομα, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων στη μετέπειτα ζωή τους.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα από το China Kadoorie Biobank, μία βάση δεδομένων που καταγράφει τα αίτια των χρονίων παθήσεων στην Κίνα.

Οι εθελοντές ήταν 30-79 ετών και δεν είχαν ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου ή εγκεφαλικού επεισοδίου στην αρχή της έρευνας.

Στη νέα τους έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν 3 συμπτώματα αϋπνίας, τα οποία εμφανίστηκαν τουλάχιστον 3 φορές κάθε εβδομάδα. Τα συμπτώματα αυτά ήταν η δυσκολία στην έλευση ή τη διατήρηση του ύπνου, η πρώιμη αφύπνιση και η δυσκολία συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας εξ’αιτίας των διαταραχών του ύπνου.

Συνολικά, το 11% των εθελοντών είχε δυσκολίες στην έλευση ή διατήρηση του ύπνου, το 10% είχε πρώιμη αφύπνιση, ενώ μόλις το 2% είχε διαταταχές της συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για σχεδόν 1 δεκαετία. Κατά τη διάρκεια αυτή καταγράφηκαν συνολικά 130.032 επεισόδια εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου και άλλων καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Υψηλότερος Κίνδυνος Καρδιαγγειακής Νόσου

Μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ, οι ερευνητές κατέληξαν σε ορισμένα σημαντικά ευρήματα.

Συγκεκριμένα, παρατήρησαν ότι οι εθελοντές που ανέφεραν και τα 3 συμπτώματα αϋπνίας είχαν 18% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν καρδιαγγειακή νόσο σε σχέση με αυτούς που δεν παρουσίαζαν τα συμπτώματα αυτά.

Αυτοί που είχαν δυσκολία στη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της ημέρας είχαν 13% αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν διαταραχές στη συγκέντρωση.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι ασθενείς που είχαν δυσκολίες στην έλευση του ύπνου είχαν 9% αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων, ενώ αυτοί που παρουσίαζαν πρώιμη αφύπνιση είχαν 7% αυξημένο κίνδυνο για τις παραπάνω παθήσεις.

Παρά τα παραπάνω αποτελέσματα, οι ερευνητές τόνισαν ότι η μελέτη τους δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στην αϋπνία και την καρδιαγγειακή νόσο. Οι παρατηρήσεις τους ουσιαστικά απλά δείχνουν ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις δύο παθήσεις.

Όπως τόνισε ο επικεφαλής της έρευνας Dr Liming Li, από το Beijing’s Peking University, «η σύνδεση ήταν ισχυρότερη στους νεαρούς ενήλικες και αυτούς που δεν είχαν υπέρταση στην αρχή της έρευνας».

Οι ερευνητές τόνισαν επίσης ότι οι εθελοντές ανέφεραν οι ίδιοι τα συμπτώματα της αϋπνίας, επομένως τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν ενδέχεται να μην είναι απόλυτα ακριβή. Μελλοντικές έρευνες οι οποίες θα χρησιμοποιήσουν γιατρούς για τη διάγνωση των συμπτωμάτων και δεν θα βασίζονται σε αναφορές ασθενών, σίγουρα θα καταλήξουν σε πιο σαφή αποτελέσματα.

«Από τα αποτελέσματά μας φαίνεται ότι αν μπορέσουμε να εφαρμόσουμε συμπεριφορικές θεραπείες στους ασθενείς με αϋπνία, θα περιορίσουμε τα συνολικά περιστατικά εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή άλλων καρδιαγγειαγγειακών συμβαμάτων», κατέληξε ο Li.