Τα προβιοτικά είναι πλέον αρκετά δημοφιλή και βρίσκονται πλέον στη διατροφή αρκετών ανθρώπων. Κυκλοφορούν σε διάφορες μορφές όπως για παράδειγμα ως χάπια ή σε προϊόντα ζύμωσης όπως το γιαούρτι.

Μία νέα οδηγία από το American Gastroenterological Association, ωστόσο, προειδοποιεί ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ερευνών που αποδεικνύουν τη χρησιμότητα των προβιοτικών στην αντιμετώπιση των περισσοτέρων παθήσεων του γαστρεντερικού.

«Αν και οι οδηγίες μας αναδεικνύουν ορισμένες περιπτώσεις όπου η χορήγηση των προβιοτικών μπορεί να προσφέρει οφέλη, δείχνουν επίσης ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να υποστηρίζουν τα οφέλη για τα οποία διαφημίζονται. Επιπλέον, υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση στις επιδράσεις των προβιοτικών σκευασμάτων, ανάλογα με τη σύνθεσή τους», είπε σε μία ανακοίνωσή της η Dr Grace L. Su, γαστρεντερολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Τα Προβιοτικά Προσφέρουν Οφέλη Μόνο σε Συγκεκριμένες Νόσους

Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί που έχουν συνδεθεί με συγκεκριμένα οφέλη για την υγεία. Ορισμένα προβιοτικά χορηγούνται με ιατρική συνταγή σε φαρμακεία, ωστόσο τα περισσότερα δεν χρειάζονται συνταγή και διατίθενται σε διάφορα καταστήματα.

Αν και συχνά θεωρούμε τα βακτήρια ως επιβλαβή «μικρόβια», ο στόμαχος και το έντερο περιέχουν εκατομμύρια βακτήρια και μύκητες που είναι ωφέλιμα για την υγεία μας. Συνολικά, τα παραπάνω αποτελούν το εντερικό μικροβίωμα.

Το ανθρώπινο έντερο περιέχει περίπου 300-500 διαφορετικά είδη βακτηρίων. Αυτά αλληλεπιδρούν τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον ανθρώπινο οργανισμό.

Εκτός από τις παραπάνω οδηγίες, το AGA εξέδωσε επίσης μία ανάλυση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στα προβιοτικά και την υγεία του εντέρου. Η ανάλυση αυτή διαπίστωσε ότι τα προβιοτικά έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση ορισμένων παθήσεων που επηρεάζουν το έντερο.

Κάποια προβιοτικά είναι ιδιαίτερα ωφέλιμα για τα πρόωρα βρέφη με χαμηλό βάρος γέννησης, καθώς μπορεί να μειώσουν τη διάρκεια νοσηλείας, αλλά και το χρόνο μέχρι να μπορεί να ξεκινήσει ο θηλασμός.

Άλλα προβιοτικά μειώνουν τον κίνδυνο λοίμωξης από Clostridium difficile σε ενήλικες και παιδιά που παίρνουν αντιβιοτικά. Το παραπάνω βακτήριο προκαλεί διάρροια και φλεγμονή στο έντερο.

Η ανάλυση διαπίστωσε επίσης ότι ορισμένα προβιοτικά βοηθούν στη διαχείριση της ληκυθίτιδας, μίας επιπλοκής της ελκώδους κολίτιδας που αντιμετωπίζεται συνήθως χειρουργικά.

Όπως τόνισαν οι ερευνητές, τα επιστημονικά δεδομένα δεν επαρκούν για να υποστηρίξουν τη χορήγηση των προβιοτικών στην αντιμετώπιση κάποιας άλλης νόσου.

«Οι ασθενείς που παίρνουν προβιοτικά αποκλειστικά για την αντιμετώπιση της νόσου του Crohn, της ελκώδους κολίτιδας ή του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου, θα πρέπει Πιθανώς να σταματήσουν τη λήψη τους», είπε η Su.

«Τα συμπληρώματα αυτά συχνά είναι ακριβά και δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι προσφέρουν οφέλη ή ότι δεν είναι επικίνδυνα».

Σύμφωνα με την ανάλυση τα προβιοτικά δεν προσφέρουν επίσης οφέλη στα παιδιά με οξεία γαστρεντερίτιδα, μία λοίμωξη του εντέρου που προκαλεί ναυτία, έμετο και διάρροια.

Τα Οφέλη από τα Προβιοτικά Συνδέονται με Συγκεκριμένα Στελέχη Βακτηρίων

Ένα σημαντικό κομμάτι της μελέτης του AGA είναι ότι εξέτασε ξεχωριστά τα διάφορα στελέχη των προβιοτικών βακτηρίων και όχι συνολικά, όπως είχαν κάνει προηγούμενες μελέτες.

Ο Dr Daniel J Merenstein, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Georgetown, έγραψε προσφάτως στο Journal of Family Practice ότι τα οφέλη των προβιοτικών εξαρτώνται από το στέλεχος, τη δόση και τη νόσο για την οποία χορηγούνται.

«Τα αντιβιοτικά δεν είναι εξίσου αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των διαφορετικών λοιμώξεων. Το ίδιο ισχύει και για τα προβιοτικά, η αποτελεσματικότητα των οποίων διαφοροποιείται ανάλογα με την κάθε νόσο», έγραψε ο επιστήμονας.

«Συχνά μπορεί να παρατηρείται διαφορετική αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ίδιας νόσου σε κάθε ασθενή».

Το ενδιαφέρον για τα προβιοτικά έχει αυξηθεί καθώς όλο και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει την υγεία τόσο θετικά όσο και αρνητικά.

Ορισμένες έρευνες έχουν κάνει μάλιστα ένα ακόμα βήμα και έδειξαν ότι η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να συνδέεται με την εμφάνιση παθήσεων, όπως το άγχος και η κατάθλιψη.

Ωστόσο, οι περισσότερες από τις παραπάνω έρευνες έχουν εξετάσει συγκεκριμένα στελέχη προβιοτικών βακτηρίων ή συνδυασμούς στελεχών σε συγκεκριμένες αναλογίες που συχνά δεν κυκλοφορούν στην αγορά. Αυτός είναι ο λόγος που τα προβιοτικά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μία ομογενής ομάδα σκευασμάτων.

Ο Merenstein και οι συνεργάτες του έγραψαν ότι οι γιατροί που προτείνουν προβιοτικά στους ασθενείς τους πρέπει να εξετάζουν πάντοτε όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

«Η οδηγία ‘πάρτε προβιοτικά’ δεν αρκεί καθώς ο γιατρός πρέπει να συστήσει στον ασθενή συγκεκριμένα προϊόντα για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παθήσεων», τόνισαν.

Αν και τα προβιοτικά είναι γενικά ακίνδυνα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα, ιδιαίτερα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να παίρνουν την έγκριση του γιατρού τους πριν ξεκινήσουν οποιοδήποτε προβιοτικό σκεύασμα.

Ορισμένοι άνθρωποι παίρνουν προβιοτικά για να βελτιώσουν την υγεία του εντέρου, ωστόσο οι έρευνες έχουν δείξει ότι η διατροφή είναι ο κυριότερος παράγοντες για την επίτευξη του παραπάνω στόχου.