Πάνω από το 40% των γυναικών με άσθμα θα παρουσιάσουν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέα έρευνας από τον Καναδά. Οι επιστήμονες τονίζουν, ωστόσο, ότι αρκετοί από τους παράγοντες κινδύνου μπορούν να περιοριστούν μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής.

«Αρκετές έρευνες τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρήσει αύξηση στα ποσοστά του συνδρόμου επικάλυψης άσθματος και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ACOS), ιδιαίτερα στις γυναίκες», είπε η επικεφαλής της έρευνας Τερέζα Το.

«Οι ασθενείς με σύνδρομο επικάλυψης άσθματος και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας παρουσιάζουν περισσότερες εξάρσεις, νοσηλεύονται συχνότερα και γενικά έχουν χειρότερη ποιότητα ζωής σε σχέσε με αυτούς που έχουν μόνο άσθμα ή μόνο χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια», είπε η Το, η οποία είναι ερευνητής στο University of Toronto Dalla Lana School of Public Health.

«Όλοι οι ασθενείς με άσθμα δεν παρουσιάζουν τελικά χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Ωστόσο, αυτοί που παρουσιάζουν έχουν συνήθως παράγοντες κινδύνου από τον τρόπο ζωής, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία και η κακή κοινωνικοοικονομική κατάσταση», συμπλήρωσε.

Η οικονομική κατάσταση συνδέονται συνήθως με περιορισμένη πρόσβαση στη φροντίδα υγείας, μειωμένη λήψη θεραπείας για το άσθμα και ελλιπή συμμόρφωση με τη φαρμακευτική αγωγή, πρόσθεσε. «Τα παραπάνω με τη σειρά τους, μπορεί να οδηγήσουν σε συχνότερες κρίσεις άσθματος και επομένως βλάβες στους αεραγωγούς που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης συνδρόμου επικάλυψης άσθματος και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας».

Οι άλλοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση του συνδρόμου, όπως το κάπνισμα και η παχυσαρκία, μπορούν να τροποποιηθούν, όπως είπε η Το.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από 4.051 γυναίκες με άσθμα οι οποίες είχαν λάβει μέρος σε μία μεγάλη, μακροχρόνια μελέτη που ξεκίνησε το 1980.

Οι εθελοντές έδωσαν πληροφορίες σχετικά με το ιατρικό τους ιστορικό και τον τρόπο ζωής.Οι ερευνητές στη συνέχεια παρακολούθησαν την πορεία των γυναικών μέσω βάσεων δεδομένων για την περίοδο 1992-2015. Το μέσο όρο ηλικίας στο τέλος της έρευνας ήταν τα 79 χρόνια.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Annals of the American Thoracic Society.

Η ομάδα της Το εκτίμησε επίσης τη μέση έκθεση των γυναικών στα σωματίδια που σχετίζονται με την μόλυνση της ατμόσφαιρας για τα έτη 1998-2006 με βάση τον τόπο κατοικίας τους αλλά και δεδομένα από δορυφόρους.

Συνολικά, 1.701 γυναίκες (42%) παρουσίασαν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος, η κατοικία σε αστική περιοχή και το κάπνισμα συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.

Η έκθεση στην ατμοσφαιρική μόλυνση, ωστόσο, δεν φάνηκε να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας ήταν ότι οι ερευνητές δεν είχαν επαρκή δεδομένα σχετικά με την ηλικία εμφάνισης του άσθματος στους εθελοντές, καθώς και για την έκθεσή τους σε παθητικό κάπνισμα.

Επίσης, η μελέτη εξέτασε μόνο γυναίκες, επομένως οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματά τους μπορεί να μην επαληθεύονται και στους άνδρες. Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι μεταξύ των μη καπνιστών, οι γυναίκες παρουσιάζουν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια σε μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με τους άνδρες, γεγονός που δείχνει ότι ενδεχομένως είναι πιο ευπαθείς στους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου για τη νόσο.

Συνολικά 1.041 γυναίκες κατέληξαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, μεταξύ των οποίων το 34% αυτών που είχαν σύνδρομο επικάλυψης άσθματος και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και το 19% αυτών που δεν είχαν.

«Γενικότερα, οι ασθενείς με το σύνδρομο έχουν μεγαλύτερη νοσηρότητα και θνησιμότητα σε σχέση με αυτούς που παρουσιάζουν μόνο άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια», κατέληξε η Το.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: NIAID