Ο πυρετός, γνωστός και ως πυρεξία, αποτελεί κοινό σύμπτωμα το οποίο χαρακτηρίζεται από άνοδο της θερμοκρασίας πάνω από το φυσιολογικό εύρος των 36.5-37.5 °C, λόγω αύξησης του σημείου ρύθμισής της. Το γεγονός αυτό προκαλεί αύξηση του μυϊκού τόνου και ρίγος.

Ο πυρετός αποτελεί φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε αρκετές παθήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις η απουσία πυρετού είναι πιο ανησυχητική από την παρουσία του. Ο πυρετός συνήθως συνοδεύεται από διάφορα συμπτώματα όπως εφίδρωση, ρίγη, αίσθημα κρύου και άλλα υποκειμενικά συμπτώματα. Η απουσία αυτών των συμπτωμάτων στον υψηλό πυρετό αποτελεί ένδειξη σοβαρών νόσων.

Τα αίτια του πυρετού είναι συνήθως παράσιτα, ιοί, βακτηρίδια, ρικέτσια, χλαμύδια ή ανοσιακές αντιδράσεις. Άλλα αίτια πυρετού είναι η καταστροφή των ιστών (πχ από κάποιο τραύμα), η τοπική νέκρωση, φλεγμονώδεις αντιδράσεις ιστών και αγγείων (φλεβίτιδες, αρθρίτιδες), πνευμονική εμβολή ή ραβδομυόλυση.

Άλλες φλεγμονές (όπως η σαρκοείδωση και η κοκκιωματώδης ηπατίτιδα), φλεγμονές του εντέρου ή της κοιλίας καθώς και κάποιοι συμπαγείς όγκοι (όγκος Grawitz του νεφρού, καρκίνος του παγκρέατος, πνευμονικοί και σκελετικοί όγκοι) μπορούν επίσης να προκαλέσουν πυρετό.

Πυρετός μπορεί επίσης να εμφανιστεί σαν επιπλοκή κάποιου όγκου, συνήθως σε μεταστάσεις που σχετίζονται με τη νέκρωση του όγκου, τη φραγή αεραγωγών ή με κάποια λοίμωξη.

Παραγωγή θερμότητας

Η θερμότητα χάνεται από το σώμα με διάφορους τρόπους. Ο κυριότερος τρόπος είναι η επαφή. Η ταχύτητά της εξαρτάται από τη διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ σώματος και περιβάλλοντος.

Άλλοι τρόποι είναι η εκπομπή και η εξάτμιση. Ο τελευταίος είναι αρκετά συχνός σε καταστάσεις υψηλής παραγωγής θερμότητας. Η θερμότητα μεταφέρεται με την κυκλοφορία του αίματος. Περνάει από κάθε κύτταρο στα γειτονικά του και στη συνέχεια στο αίμα. Ρυθμιστικός παράγοντας της απώλειας θερμότητας αποτελεί η ποσότητα αίματος που διέρχεται από την επιφάνεια του σώματος.

Η εφίδρωση βοηθά στη μετάδοση της θερμότητας. Οι ιδρωτοποιοί αδένες ρυθμίζονται από χολινεργικές οδούς μέσω των συμπαθητικών ινών. Κατά την έντονη εφίδρωση ακόμα και ένα λίτρο ιδρώτα μπορεί να σχηματιστεί. Αν η υγρασία του περιβάλλοντος είναι υψηλή, η απώλεια θερμότητας με τον ιδρώτα είναι ευκολότερη. Όταν η θερμότητα πρέπει να παραμείνει στο σώμα, αδρενεργικά ερεθίσματα μειώνουν τη ροή αίματος στο δέρμα. Με τον τρόπο αυτό το δέρμα γίνεται ένας ισχυρός φραγμός μειώνοντας την απώλεια θερμότητας στο ελάχιστο.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί που ρυθμίζουν την παραγωγή και την απώλεια θερμότητας βρίσκονται στον υποθάλαμο. Ο υποθάλαμος περιλαμβάνει υποδοχείς που καταγράφουν τη θερμοκρασία του σώματος, ρυθμίζει τη λειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων και διαχειρίζεται δομές που χαρακτηρίζουν τη θερμοκρασία του σώματος πολύ χαμηλή ή πολύ υψηλή.

Η αύξηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος ενεργοποιεί μηχανισμούς που διευκολύνουν την απώλεια θερμότητας. Αντίστοιχα, η μείωση της θερμοκρασίας του σώματος ενεργοποιεί μηχανισμούς παραγωγής θερμότητας. Αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν περίπου όπως ο θερμοστάτης.

Οι κυριότεροι φυσιολογικοί μηχανισμοί για την απώλεια θερμότητας είναι η εφίδρωση και η αγγειοδιαστολή. Συνήθως, ο υποθάλαμος ενεργοποιεί και τους δύο αυτούς μηχανισμούς όταν χρειάζεται. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις ο ένας ή και οι δύο μηχανισμοί μπορεί να είναι ανεπαρκείς ή να υπολειτουργούν. Για παράδειγμα η εφίδρωση επηρεάζεται από την υψηλή υγρασία στο περιβάλλον και τα αντιχολινεργικά φάρμακα ενώ η αγγειοδιαστολή διαταράσσεται από τους α-αδρενεργικούς αποκλειστές.

Η θερμογένεση επιτελείται κυρίως με την επίδραση των θυρεοειδικών ορμονών. Οι ορμόνες του θυρεοειδούς αδένα δρουν στις κυτταρικές μεμβράνες. Η παραγωγή θερμότητας επιτυγχάνεται με την αύξηση της δραστηριότητας των μεταβολικών οδών που απελευθερώνουν ενέργεια με τη μορφή θερμότητας.

Θερμοκρασία του σώματος

Αν η θερμοκρασία του σώματος είναι πάνω από 37.2 °C και συνοδεύεται από εφίδρωση, υπεραερισμό και αγγειοδιαστολή στο δέρμα, τότε έχουμε πυρετό. Αρχικά, η σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας συμβαίνει με μυϊκό τρόμο και αγγειοσύσπαση. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται ρίγος. Η αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος επιτυγχάνεται με τη μείωση της απώλειας θερμότητας.

Η αγγειοσύσπαση στο δέρμα και τον υποδόριο ιστό είναι η αιτία της ωχρότητας και της ξηρότητας. Ο πυρετικός ασθενής αισθάνεται ότι κρυώνει. Ταυτοχρόνως η παραγωγή θερμότητας στο σώμα αυξάνεται. Ο μυϊκός τόνος αυξάνεται και στη συνέχεια εμφανίζονται σπασμοί. Όταν η αγγειοδιαστολή στο δέρμα ξεκινά, ο ασθενής ξεκινά να ζεσταίνεται και να ιδρώνει. Καθώς η θερμοκρασία του σώματος αυξάνεται, η αίσθηση του κρύου συνήθως παραμένει. Όταν η επιθυμητή θερμοκρασία επιτευχθεί ο ασθενής νιώθει ζέστη. Η αίσθηση της θερμοκρασίας γίνεται από τριών ειδών υποδοχείς: τους περιφερικούς υποδοχείς που βρίσκονται στο δέρμα σαν νευρικές απολήξεις των τύπου Α και C ινών και τους κεντρικούς θερμοϋποδοχείς που βρίσκονται στον υποθάλαμο. Η μία ομάδα αποκρίνεται στο σχετικό αίσθημα ζέστης ενώ η άλλη στο σχετικό αίσθημα κρύου.

Ο πυρετός αποτελεί σύμπτωμα πολλών παθήσεων. Η χρησιμότητα που πυρετού παραμένει θέμα συζήτησης σήμερα καθώς υπάρχουν αρκετά επιχειρήματα υπέρ αλλά και εναντίον του. Εκτός από πολύ υψηλές θερμοκρασίες, γενικά δεν χρειάζεται κάποια αγωγή για την αντιμετώπισή του. Ωστόσο, συχνά χρησιμοποιούνται αντιπυρετικά φάρμακα για να βελτιώσουν την κατάσταση του πυρετικού ασθενούς.

Ο πυρετός διαφοροποιείται από την ανεξέλεγκτη υπερθερμία καθώς η δεύτερη σχετίζεται με άνοδο της θερμοκρασίας πάνω από το σημείο ρύθμισης που έχει τεθεί από τον υποθάλαμο. Συνήθως είναι αποτέλεσμα υπερβολικής παραγωγής θερμότητας ή ελλιπούς θερμορύθμισης.

Η υποθερμία που σχετίζεται με υποθυρεοειδισμό είναι συχνότερη απ’ότι συνήθως διαγιγνώσκεται. Αυτό γίνεται καθώς αρκετά συχνά οι εργαστηριακές εξετάσεις των ασθενών με υποθυροειδισμό είναι εντός φυσιολογικών ορίων. Οι θερμοκρασίες κάτω από 36.7 °C κατά τη διάρκεια της ημέρας πάντως πρέπει να προβληματίσουν τον γιατρό. Το σύνδρομο Wilson είναι μία χρόνια κατάσταση χαμηλής θερμοκρασίας του σώματος. Μπορεί να είναι κληρονομικό, να προκαλείται από άγχος ή αδράνεια, κακή διατροφή, έλλειψη ψευδαργύρου ή από βαρέα μέταλλα. Φαίνεται ότι αποτελεί μία μέθοδο διατήρησης ενέργειας. Το σύνδρομο Wilson ενεργοποιείται όταν ένα άτομο μπει σε αυτή τη διαδικασία συντήρησης ενέργειας και στη συνέχεια δεν μπορεί να επανέλθει στην φυσιολογική λειτουργία.

Υποθάλαμος

Η ομοιόσταση είναι η ικανότητα ή τάση ενός οργανισμού ή κυττάρου να διατηρεί την εσωτερική του ισορροπία προσαρμόζοντας τις φυσιολογικές του λειτουργίες. Η φυσιολογική θερμοκρασία του σώματος για παράδειγμα είναι οι 36.6 °C. Αν αρχίσουμε να νιώθουμε κρύο, εμφανίζεται ρίγος. Το ρίγος έχει στόχο να αποτρέωει τη θερμοκρασία να πέσει κάτω από τους 36.6 °C. Άλλος τρόπος είναι για παράδειγμα να φορέσουμε ένα παλτό ωστόσο αυτό δεν αποτελεί φυσιολογική λειτουργία. Ο οργανισμός μας έχει αρκετούς ομοιοστατικούς μηχανισμούς για τη διατήρηση της ισορροπίας του.

Η ομοιόσταση της θερμοκρασίας ελέγχεται από το θερμορρυθμιστικό κέντρο του υποθαλάμου. Ο υποθάλαμος είναι ένα σύνολο νευρώνων, στη βάση του εγκεφάλου και ουσιαστικά συνδέει το νευρικό και το ενδοκρινικό σύστημα. Μεταξύ των ομοιοστατικών μηχανισμών που ρυθμίζονται από τον υποθάλαμο είναι: η δίψα, η πείνα, οι κιρκαδικοί ρυθμοί, η θερμοκρασία του σώματος και η πίεση του αίματος. Ο υποθάλαμος συνδέεται με δύο είδη θερμοϋποδοχέων: υποδοχείς στον υποθάλαμο που καταγράφουν τη θερμοκρασία του αίματος καθώς διέρχεται από τον εγκέφαλο και υποδοχείς στο δέρμα που καταγράφουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Και οι δύο είναι απαραίτητοι προκειμένου ο υποθάλαμος να θέσει την κατάλληλη θερμοκρασία-στόχο.

Το θερμορυθμιστικό κέντρο στέλνει εντολές σε διάφορους τελεστές (effectors) για να προσαρμόσουν τη θερμοκρασία σε επιθυμητά επίπεδα. Όπως προαναφέρθηκε το δέρμα καταγράφει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και ο υποθάλαμος τη θερμοκρασία του σώματος. Όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι χαμηλή, ο εγκέφαλος είναι αυτός που δημιουργεί το αίσθημα κρύου. Οδηγεί έτσι το άτομο σε ενέργειες που ανεβάζουν τη θερμοκρασία του σώματος (όπως να φορέσει ένα παλτό). Όταν το μήνυμα φτάσει τον υποθάλαμο, ξεκινάει μία σειρά ενεργειών.

Η ορμόνη TSH απελευθερώνεται από τον υποθάλαμο, όργανο στόχος του οποίου είναι ο πρόσθιος λοβός της υπόφυσης. Η TSH εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος και φτάνει στο θυρεοειδή αδένα. Ο θυρεοειδής αδένας στη συνέχεια παράγει θυροξίνη. Η θυροξίνη αυξάνει τον κυτταρικό μεταβολισμό με αποτέλεσμα την παραγωγή θερμότητας.

Άλλες ενέργειες περιλαμβάνουν την αγγειοσύσπαση (μείωση ροής του αίματος προς το δέρμα με σκοπό τη διατήρηση της θερμότητας), τη μείωση της εφίδρωσης, την ανασήκωση των τριχών του δέρματος, την εμφάνιση ρίγους και την αύξηση του μεταβολικού ρυθμού.

Όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι υψηλή οι διαδικασίες που ενεργοποιούνται από τον υποθάλαμο είναι αντίστροφες. Προκαλείται αυξημένη εφίδρωση (με σκοπό να απελευθερωθεί θερμότητα μέσω του ιδρώτα), αγγειοδιαστολή, επαναφορά των τριχών στην κανονική τους θέση και μείωση του μεταβολικού ρυθμού.

Ο εγκέφαλος ρυθμίζει τελικά τους μηχανισμούς της ζέστης μέσω του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Αυτό προκαλεί παραγωγή θερμότητας αυξάνοντας τον μυικό τόνο και προκαλώντας ρίγος καθώς και έκκριση ορμονών όπως η επινεφρίνη. Αποτρέπει επίσης την απώλεια θερμότητας μέσω της αγγειοσύσπασης. Στα παιδιά, το αυτόνομο νευρικό σύστημα ενεργοποιεί επίσης την παραγωγή θερμότητας από τον λιπώδη ιστό. Η αυξημένη παραγωγή θερμότητας και η αγγειοσύσπαση είναι τα αίτια της αυξημένης πίεσης κατά τον πυρετό.

Πυρετογόνα

Οι ουσίες που προκαλούν πυρετό είναι γνωστές σαν πυρετογόνα. Υπάρχουν δύο είδη πυρετογόνων: τα εξωγενή και τα ενδογενή πυρετογόνα. Αυτά που προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, όπως οι τοξίνες των βακτηριδίων, λέγονται εξωγενή πυρετογόνα. Παράδειγμα εξωγενούς πυρετογόνου αποτελεί η λιποπολυσακχαρίδη (LPS) που βρίσκεται στο κυτταρικό τοίχωμα ορισμένων βακτηριδίων. Τα πυρετογόνα που σχηματίζονται στα κύτταρα του σώματος σε απόκριση εξωτερικών ερεθισμάτων λέγονται ενδογενή πυρετογόνα.

Η πυρετογένεση γίνεται με διάφορους τρόπους. Σε ακραίες περιπτώσεις, κάποια βακτηριδιακά πυρετογόνα γνωστά ως υπεραντιγόνα μπορεί να προκαλέσουν ταχείς και επικίνδυνους πυρετούς.

Τα ενδογενή πυρετογόνα συνήθως είναι κυτοκίνες (μόρια του ανοσοποιητικού συστήματος). Παράγονται από τα φαγοκύτταρα και ανεβάζουν το σημείο θερμορύθμισης του υποθαλάμου. Τα μείζονα ενδογενή πυρετογόνα είναι η ιντερλευκίνη 1, η ιντερλευκίνη 6 και ο TNF-a. Ελάσσονα ενδογενή πυρετογόνα είναι η ιντελευκίνη 8, ο TNF-β, η φλεγμονώδης πρωτεΐνη μακροφάγων –α και η φλεγμονώδης πρωτεΐνη μακροφάγων –β, καθώς και οι ιντερφερόνες –α, -β και –γ.

Οι κυτοκίνες αυτές απελευθερώνονται στην κυκλοφορία  μέσω της οποίας μεταφέρονται στα περικοιλιακά όργανα του εγκεφάλου επειδή σε αυτά η διθητική λειτουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού είναι ασθενέστερη. Στη συνέχεια οι κυτοκίνες συνδέονται με τους ενδοθηλιακούς υποδοχείς των αγγειακών τοιχωμάτων ή αλληλεπιδρούν με τα τοπικά μικρογλοιακά κύτταρα. Η σύνδεση των κυτοκινών ενεργοποιεί την οδό του αραχιδονικού οξέος.

Ένα μοντέλο του μηχανισμού του πυρετού που προκαλείται από εξωγενή πυρετογόνα περιλαμβάνει την LPS, που αποτελεί συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος των gram αρνητικών βακτηριδίων. Μία ανοσολογική πρωτεΐνη που λέγεται πρωτεΐνη πρόσδεσης της λιποπολυσακχαρίδης (LBP) συνδέεται στην LPS. Το σύμπλεγμα LBP-LPS στη συνέχεια προσδένεται στον CD14 υποδοχέα ενός μακροφάγου. Η σύνδεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη σύνθεση και απελευθέρωση ενδογενών κυτοκινών, όπως η ιντερλευκίνη 1, η ιντερλευκίνη 6 και ο TNF-α. Επομένως, οι εξωγενείς παράγοντες ππροκαλούν την απελευθέρωση ενδογενών παραγόντων που στη συνέχεια ενεργοποιούν την οδό του αραχιδονικού οξέος.

Απελευθέρωση της PGE2

Η απελευθέρωση της προσταγλανδίνης E2 (PGE2) προέρχεται από την οδό του αραχιδονικού οξέος. Η οδός αυτή ρυθμίζεται από τα ένζυμα φωσφολιπάση Α2 (PLA2), κυκλοοξυγονάση-2 (COX-2) και προσταγλανδίνη Ε2 συνθάση. Τα ένζυμα αυτά τελικά ρυθμίζουν τη σύνθεση και απελευθέρωση της PGE2. H PGE2 αποτελεί τον τελικό μεσολαβητή της πυρετικής απόκρισης. Το σημείο ελέγχου της θερμοκρασίας παραμένει ανεβασμένο μέχρι να μειωθούν τα επίπεδα της PGE2. H PGE2 δρα στους νευρώνες της προοπτικής περιοχής (POA) μέσω του υποδοχέα 3 της προσταγλανδίνης Ε (EP3). Οι νευρώνες που εκφράζουν τον EP3 στην POA νευρώνουν το μεσοραχιαίο υποθάλαμο (DMH), τον ωχρό πυρήνα ραφής στον προμήκη μυελό (rRPa), και τον παρακοιλιακό πυρήνα (PVN) του υποθαλάμου. Σήματα πυρετού που αποστέλλονται στους DMH και rRPa οδηγούν σε διέγερση του συμπαθητικού συστήματος εξόδου, το οποίο προκαλεί θερμογένεση χωρίς ρίγος για την παραγωγή θερμότητας στο σώμα και αγγειοσυστολή στο δέρμα με σκοπό τη μείωση της απώλειας θερμότητας από την επιφάνεια του δέρματος. Θεωρείται ότι η νεύρωση από την POA στον PVN μεσολαβεί στις νευρικές και ενδοκρινικές επιδράσεις του πυρετού μέσω της οδού που περιλαμβάνει την υπόφυση και διάφορα ενδοκρινή όργανα.

Επίλογος

Αρκετοί γονείς φοβούνται υπερβολικά τον πυρετό κυρίως λόγω άγνοιας. Πιστεύουν ότι ο πυρετός αποτελεί πάθηση και όχι σύμπτωμα και ακόμη και μικρές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας αποτελούν αιτία ανησυχίας. Υπάρχει, ακόμη, η πεποίθηση ότι ακόμα και οι αβλαβείς παρενέργειες του πυρετού όπως οι πυρετικοί σπασμοί μπορεί ενδεχομένως να προκαλέσουν μόνιμες βλάβες. Λόγω των λανθασμένων αυτών αντιλήψεων οι γονείς χορηγούν αντιπυρετικά φάρμακα σε περιπτώσεις που η χρήση τους δεν είναι απαραίτητη και αρκετές φορές διαταράσσουν τον ύπνο του παιδιού.

Ο πυρετός αποτελεί κοινό σύμπτωμα σε αρκετές παθήσεις όπως:

  • τα λοιμώδη νοσήματα (πχ. γρίπη, HIV, ελονοσία, λοιμώδης μονοπυρήνωση, γαστρεντερίτιδα)
  • διάφορες φλεγμονές του δέρματος
  • αυτοάνοσα νοσήματα (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σαρκοείδωση, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, νόσος Kawasaki)
  • καταστροφή ιστών που μπορεί να είναι αποτέλεσμα αιμόλυσης, χειρουργικής επέμβασης, ραβδομυόλυσης, εγκεφαλικής αιμορραγίας κλπ.
  • Καρκίνο (κυρίως καρκίνο των νεφρών και λευχαιμία)
  • Μεταβολικές διαταραχές (πχ. ουρική αρθρίτιδα ή πορφυρία)
  • Θρομβοεμβολικές παθήσεις (πχ. Πνευμονική εμβολή ή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση)

Ο πυρετός του οποίου η αιτία δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί μετά από διερεύνηση ονομάζεται πυρετός αγνώστου αιτιολογίας.

Πυρετός θεωρείται η θερμοκρασία μεγαλύτερη από:

  • 5 °C σε μέτρηση από το ορθό
  • 7 °C σε μέτρηση από το στόμα
  • 2 °C σε μέτρηση από τη μασχάλη ή το ους

Στους υγιείς ενήλικες άντρες και γυναίκες το εύρος της φυσιολογικής θερμοκρασίας κυμαίνεται:

  • Από 33.2-38.2 °C στο στόμα
  • Από 34.4-37.8 °C στο ορθό
  • Από 35.4-37.8 °C στο ους
  • Από 35.5-37 °C στη μασχάλη

Η φυσιολογική θερμοκρασία του σώματος μπορεί να παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από τα παραπάνω λόγω ηλικίας, φύλου, ώρας της ημέρας, επιπέδου δραστηριότητας καθώς και άλλων λόγων. Για παράδειγμα, κατά την έντονη άσκηση η θερμοκρασία του ατόμου αυξάνεται χωρίς αυτό να θεωρείται πυρετός, καθώς το σημείο ρύθμισης της θερμοκρασίας παραμένει αμετάβλητο.

Αντιθέτως, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες μία «φυσιολογική» θερμοκρασία μπορεί να θεωρηθεί πυρετός. Για παράδειγμα, σε κάποιους ηλικιωμένους ασθενείς η παραγωγή θερμότητας δεν είναι επαρκής, επομένως ακόμα και μία θερμοκρασία επιπέδου 37.3 °C μπορεί να θεωρηθεί πυρετός.

Η διακύμανση της θερμοκρασίας αρκετές φορές είναι ενδεικτική της νόσου. Όταν έχουμε συνεχή πυρετό, η θερμοκρασία του σώματος παραμένει σε υψηλές τιμές και δεν παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη του 1 °C μέσα στο 24ωρο. Αυτό συμβαίνει σε παθήσεις όπως η λοβώδης πνευμονία, ο τύφος, οι λοιμώξεις του ουροποιητικού και η βρουκέλλωση. Στον διαλείπων πυρετό, η θερμοκρασία παρουσιάζει άνοδο μόνο για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και στη συνέχεια επιστρέφει σε φυσιολογικές τιμές. Παραδείγματα νόσων με διαλείπων πυρετό αποτελούν η ελονοσία, η νόσος Kala-azar και η σηψαιμία.

Ο πυρετός που χαρακτηρίζεται από άνοδο της θερμοκρασίας πάνω από τους 41.2 °C ονομάζεται υπερπυρεξία. Η υπερπυρεξία αποτελεί επείγουσα κατάσταση. Συνήθως αποτελεί ένδειξη κάποιας σοβαρής νόσου και συνοδεύεται από σοβαρές επιπλοκές. Η συχνότερη αιτία υπερπυρεξίας είναι η ενδοκρανιακή αιμορραγία. Άλλα αίτια περιλαμβάνουν τη σήψη, το σύνδρομο Kawasaki, το κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο, το σύνδρομο σεροτονίνης καθώς και η καταιγίδα του θυρεοειδούς.

Η υπερπυρεξία διαφέρει από την υπερθερμία στο γεγονός ότι στην πρώτη, οι θερμορυθμιστικοί μηχανισμοί του σώματος θέτουν μία θερμοκρασία-στόχος και στη συνέχεια το σώμα παράγει θερμότητα για να επιτύχει άνοδο της θερμοκρασίας. Αντιθέτως, στην υπερθερμία, που δεν θεωρείται πυρετός, η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από τη θερμοκρασία-στόχο που έχει θέσει ο υποθάλαμος. Αίτια υπερθερμίας αποτελούν η θερμοπληξία, το κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο, η κακοήθης υπερθερμία, ουσίες όπως η κοκαΐνη και οι αμφεταμίνες καθώς και το σύνδρομο σεροτονίνης.

Ο πυρετός συνήθως συνοδεύεται από συμπτώματα όπως λήθαργο, κατάθλιψη, ανορεξία,  υπνηλία, υπεραλγησία και αδυναμία συγκέντρωσης.