Οι πληροφορίες που μοιράζεται ένας γιατρός με τον ασθενή του ενδέχεται να επιδεινώσουν τα συμπτώματά του ή να προκαλέσουν άγχος. Το φαινόμενο αυτό τονίζει τις ιατρογενείς επιπτώσεις των πληροφοριών, εν αντιθέσει με τις αντίστοιχες επιπώσεις των φαρμάκων και των επεμβάσεων.

Η συμπτωματολογία μίας πάθησης δεν είναι η ίδια σε κάθε ασθενή. Είναι συχνό φαινόμενο να υπάρχουν συμπτώματα χωρίς να προκαλούνται από κάποια πάθηση, ενώ αντίστοιχα αρκετές παθήσεις μπορεί να μην παρουσιάσουν συμπτώματα. Συμπεραίνουμε, επομένως ότι τα συμπτώματα της ίδιας πάθησης μπορεί να παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία ανάλογα με τον ασθενή. Οι ιδέες, οι πεποιθήσεις και οι σκέψεις του ασθενούς αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση της ποικιλομορφίας αυτής. Αν και δεν μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα, μπορούν να επιδεινώσουν τα ήδη υπάρχοντα.

Η εισαγωγή ενός νέου φαρμάκου στη θεραπευτική αγωγή, η υπογραφή μίας φόρμας συναίνεσης, η δυσνόητη για τον ασθενή ερμηνεία των εργαστηριακών εξετάσεων ή η προετοιμασία του για μία επώδυνη επέμβαση αποτελούν παραδείγματα όπου οι λέξεις του γιατρού μπορεί να επηρεάσουν την υγεία του ασθενούς.

Η πληροφόρηση των ασθενών για τις μη ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες ενός φαρμάκου (όπως το αίσθημα κόπωσης, η δυσκολία συγκέντρωσης, η ναυτία, ο ίλιγγος και η κεφαλαλγία) έχει παρατηρηθεί ότι αυξάνει τη συχνότητα εμφάνισής τους. Συγκεκριμένα, μία έρευνα σε 76 ασθενείς που έπαιρναν β-αποκλειστές για την υπέρταση, οι μισοί ενημερώθηκαν ότι μία πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου ήταν η στυτική δυσλειτουργία, ενώ οι υπόλοιποι όχι. Το 32% των ασθενών που γνώριζαν την ανεπιθύμητη ενέργεια αυτή, ανέφερε αυτό το σύμπτωμα. Στην ομάδα που δεν είχε ενημερωθεί, μόλις το 13% ανέφερε στυτική δυσλειτουργία. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε μία έρευνα για τις ανεπιθύμητες ενέργειες των στατινών.

Το φαινόμενο “Nocebo” (η εμφάνιση ανεπιθυμήτων ενεργειών σε ασθενείς που παίρνουν placebo) αποτελεί ακόμα μία ένδειξη ότι η γνώση των ανεπιθύμητων ενεργειών από τον ασθενή αυξάνει τη συχνότητα που αυτές αναφέρονται. Έκπληξη αποτελεί το φαινόμενο ότι ασθενείς που παίρνουν placebo, αναφέρουν ανεπιθύμητες ενέργειες στην ίδια συχνότητα με αυτούς που παίρνουν το φάρμακο, όταν γνωρίζουν ποιες είναι αυτές.

Οι εξετάσεις που δεν έχουν κάποια κλινική χρησιμότητα μπορεί, επίσης, να επιδεινώσουν τη συμπτωματολογία του ασθενούς. Μία έρευνα σε ασθενείς με οξεία οσφυαλγία έδειξε ότι οι ασθενείς που είχαν κάνει ακτινογραφία σπονδυλικής στήλης ανέφεραν περισσότερο πόνο, μειωμένη λειτουργικότητα και περισσότερες επισκέψεις στον γιατρό σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν κάνει ακτινογραφία. Όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει την ίδια θεραπευτική αγωγή.

Η αίσθηση του πόνου είναι επίσης άμεσα σχετιζόμενη με τις πεποιθήσεις, τις σκέψεις και τις προσδοκίες του ασθενούς. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο γιατρός μία επώδυνη επέμβαση επηρεάζει έντονα την αίσθηση του πόνου που νιώθει ο ασθενής. Μία τυχαιοποιημένη μελέτη σε γυναίκες που θα έκαναν επισκληρίδιο αναισθησία πριν τον τοκετό, κατέληξε σε αρκετά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Στις μισές γυναίκες ο γιατρός, περιγράφοντας την έγχυση του αναισθητικού, είπε «Είναι σαν ένα τσίμπημα μέλισσας, αυτό είναι το πιο επώδυνο κομμάτι της επέμβασης» ενώ στις υπόλοιπες είπε «Η τοπική αναισθησία θα μουδιάσει την περιοχή για να νιώθετε άνετα κατά την επέμβαση». Οι γυναίκες της πρώτης ομάδας ανέφεραν αρκετά μεγαλύτερη ένταση στον πόνο σε σχέση με αυτές της δεύτερης ομάδας.

Ο μηχανισμός της σωματοσπλαγχνικής ενίσχυσης

Ο μηχανισμός αυτός έχει προταθεί σαν μία πιθανή εξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι πληροφορίες επηρεάζουν την αντίληψη των συμπτωμάτων. Οι πληροφορίες που μεταφέρει ο γιατρός δεν μπορούν να προκαλέσουν εμφάνιση νέων σωματικών συμπτωμάτων, ωστόσο μπορούν να επιδεινώσουν τα ήδη υπάρχοντα.

Αν ο γιατρός παρουσιάσει στον ασθενή ένα σύμπτωμα σαν αξιοσημείωτο ή κλινικά σημαντικό, η έντασή του συνήθως αυξάνεται. Αν το σύμπτωμα αποδοθεί σε κάποια άλλη σοβαρότερη πηγή, ο ασθενής εστιάζει την προσοχή του στο σύμπτωμα, επιτείνοντας την έντασή του. Ξεκινά επίσης μία εκλεκτική αναζήτηση για να επιβεβαιώσει τη νέα αυτή πάθηση, φέρνοντας στην επιφάνεια συμπτώματα που στο παρελθόν είχε αγνοήσει ως ασήμαντα ή αδιάφορα. Τα «νέα» αυτά συμπτώματα, ο ασθενής τα ερμηνεύει ως σοβαρά, ακόμα και αν η πάθηση που ο γιατρός έβαλε στη διαφορική διάγνωση δεν επιβεβαιωθεί. Ο κύκλος αυτός της ενίσχυσης, συχνά επιτείνεται από το άγχος, με αποτέλεσμα η ένταση των συμπτωμάτων να επιδεινώνεται περαιτέρω.

Αντιμετώπιση του φαινομένου

Η προσοχή στον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει τις πληροφορίες στον ασθενή είναι ο καλύτερος τρόπος για την πρόληψη του φαινομένου αυτού από τον γιατρό. Το πρώτο βήμα είναι η ακριβής ενημέρωση του ασθενούς με σκοπό να λυθούν οι απορίες που ενδεχομένως έχει και αφορούν τη διάρκεια της θεραπείας, τα φάρμακα που θα χρησιμοποιηθούν και οι επιδράσεις τους. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται ο σχηματισμός λανθασμένων αντιλήψεων στον ασθενή.

Η ανάλυση του μηχανισμού της σωματοσπλαχνικής ενίσχυσης μπορεί επίσης να προσφέρει οφέλη. Αν ο ασθενής γνωρίζει τον μηχανισμό αυτό ενδεχομένως να αγνοήσει αδιάφορα συμπτώματα που, υπό άλλες περιστάσεις, θα θεωρούσε σημαντικά. Η επιβεβαίωση από τον γιατρό, ότι τα συμπτώματα δεν είναι κλινικώς σημαντικά, βοηθά τον ασθενή να τα αντιμετωπίσει καλύτερα. Το «φαινόμενο nocebo» είναι ιδανικό για να τονίσει πώς οι πεποιθήσεις μπορεί να επιτείνουν τα συμπτώματα. Κατά την συζήτηση, ο γιατρός πρέπει να καθοδηγήσει, επίσης, τον ασθενή πώς να αντιμετωπίσει τυχόν συμπτώματα από τη θεραπεία. Αυτός είναι ακόμα ένας παράγοντας που βοηθά στην ανοχή των συμπτωμάτων από τον ασθενή.

Η περιγραφή της επέμβασης ή της δράσης ενός φαρμάκου είναι επίσης ουσιώδης. Ο γιατρός οφείλει να επικεντρωθεί στα θετικά αποτελέσματα μίας επέμβασης και να μην υπερτονίσει τα επώδυνα κομμάτια αυτής. Κατά την αναφορά των ανεπιθυμήτων ενεργειών ενός φαρμάκου, πρέπει να αναφερθεί περισσότερο στους ασθενείς που βοήθησε το φάρμακο, παρά σε αυτούς που εμφάνισε ανεπιθύμητες ενέργειες.

Κατά την υπογραφή εγγράφων συναίνεσης για μία επέμβαση, ο γιατρός οφείλει να ενημερώσει τον ασθενή με πλήρη ειλικρίνεια και να αναφέρει το σύνολο των επιπλοκών που μπορεί να προέλθουν από αυτή. Σε ορισμένες περιπτώσεις που αφορούν κυρίως ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, ο γιατρός μπορεί να λάβει τη συγκατάθεση του ασθενή για να μην του αναφέρει κάποιες από αυτές. Οφείλει να του εξηγήσει, ωστόσο, ότι αυτό γίνεται γιατί η αναφορά τους και μόνο μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισής τους.

Αρκετές φορές, συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να υποδεικνύουν δυσκολίες στη σχέση γιατρού-ασθενούς. Τα συμπτώματα, υπό περιστάσεις, αποτελούν ένα παθητικό τρόπο έκφρασης της αμφιβολίας του ασθενούς για την ικανότητα του γιατρού, του άγχους του για τον πόνο αλλά και της σημασίας μίας διαγνωστικής εξέτασης.

Συμπέρασμα

Ο τρόπος που μεταφέρεται η πληροφορία από τον γιατρό στον ασθενή αποτελεί κομβικό παράγοντα στην ένταση της συμπτωματολογίας από μία πάθηση. Οι μη ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες, η ένταση του πόνου στις επεμβάσεις και τα συμπτώματα που επιτείνονται από τα αποτελέσματα των εξετάσεων συχνά χρειάζονται στρατηγικές αντιμετώπισης αντίστοιχες με τα υπόλοιπα συμπτώματα.

Βιβλιογραφία: JAMA