Σύμφωνα με μία νέα έρευνα, τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να επηρεάσουν την ανοσιακή απόκριση εναντίον νεοπλασμάτων στο ήπαρ. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν στην εμφάνιση καρκίνου του ήπατος, αλλά και στις θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του τελευταίου.

Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από ερευνητές του Center for Cancer Research (CCR) και του National Cancer Institute (NCI) των ΗΠΑ, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science.

«Αυτό που παρατηρήσαμε χρησιμοποιώντας διαφορετικά είδη όγκων είναι ότι η χορήγηση αντιβιοτικών στα ποντίκια με αποτέλεσμα τον περιορισμό ορισμένων βακτηρίων, μπορεί να αλλάξει τη σύνθεση των ανοσιακών κυττάρων στο ήπαρ με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα νεοπλάσματα που βρίσκονται σε αυτό», είπε ο Tim Greten, επικεφαλής της μελέτης. «Η έρευνα αυτή αποτελεί παράδειγμα του τι μπορούμε να μάθουμε από βασικές έρευνες σχετικά με τον καρκίνο και την αντιμετώπισή του».

Το μικροβίωμα αποτελεί το σύνολο των βακτηρίων και των λοιπών μικροοργανισμών που βρίσκονται στο σώμα μας. Στον άνθρωπο, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού μικροβιώματος βρίσκεται στο έντερο. Παρά την εκτεταμένη έρευνα πάνω στη σχέση μεταξύ εντερικού μικροβιώματος και καρκίνου, ο ρόλος των βακτηρίων του εντέρου στην εμφάνιση του καρκίνου του ήπατος δεν είχε κατανοηθεί πλήρως.

Με σκοπό να διερευνήσουν αν τα βακτήρια του εντέρου επηρεάζουν την εμφάνιση νεοπλασμάτων στο ήπαρ, ο Dr. Greten και η ομάδα του έκαναν μία σειρά πειραμάτων σε ποντίκια. Χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά μοντέλα ποντικών με καρκίνο του ήπατος, παρατήρησαν ότι όταν εξαντλούσαν τα βακτήρια του εντέρου με τη χρήση ενός αντιβιοτικού «κοκτέιλ», τα ποντίκια παρουσίαζαν νεοπλάσματα μικρότερα σε μέγεθος και αριθμό που έδιναν σημαντικά μειωμένο αριθμό μεταστάσεων.

Οι ερευνητές στη συνέχεια εξέτασαν τα ανοσιακά κύτταρα στο ήπαρ για να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο ο περιορισμός των βακτηρίων του εντέρου κατέστειλλε την ανάπτυξη νεοπλασμάτων στο ήπαρ στα ποντίκια που είχαν λάβει αντιβιοτικά. Η αντιβιοτική θεραπεία αύξησε τον αριθμό ενός είδους ανοσιακών κυττάρων που λέγονται ΝΚΤ κύτταρα στο ήπαρ των ποντικών. Περεταίρων πειράματα έδειξαν ότι και στα τρία μοντέλα ποντικών, η μείωση των νεοπλασμάτων του ήπατος μετά από την αντιβιοτική θεραπεία είχε άμεση συσχέτιση με τα ΝΚΤ κύτταρα. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν ότι η συσσώρευση των ΝΚΤ κυττάρων στο ήπαρ ήταν αποτέλεσμα της αύξησης στην έκφραση μίας πρωτεΐνης που λέγεται CXCL 16, η οποία βρίσκεται στο εσωτερικό των τριχοειδών του ήπατος.

«Αναρωτηθήκαμε γιατί τα ποντίκια που έλαβαν αντιβιοτικά έχουν αυξημένη παραγωγή της CXCL16 σε αυτά τα ενδοθηλιακά κύτταρα;», είπε ο Dr Greten. «Διαπιστώσαμε ότι τα χολικά οξέα μπορούν να επηρεάσουν την έκφραση της CXCL 16. Στη συνέχεια κάναμε περεταίρω έρευνες και παρατηρήσαμε ότι αν χορηγήσουμε στα ποντίκια χολικά οξέα, μπορούμε να επηρεάσουμε τον αριθμό των ΝΚΤ κυττάρων στο ήπαρ και κατά συνέπεια τον αριθμό των νεοπλασμάτων».

Τα χολικά οξέα σχηματίζονται στο ήπαρ και βοηθούν στη διάσπαση των λιπών κατά την πέψη.

Τελικά, οι ερευνητές κατάφεραν να ταυτοποιήσουν ότι ένα βακτηριακό είδος, το Clostridium scindens, ελέγχει το μεταβολισμό των χολικών οξέων στο έντερο των ποντικών. Κατά συνέπεια, μπορεί να ρυθμίσει επίσης την έκφραση του CXCL 16, τη συσσώρευση των κυττάρων ΝΚΤ και την εμφάνιση νεοπλασμάτων στο ήπαρ.

Ο Dr Greten εξήγησε ότι πολλές έρευνες στο παρελθόν έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ βακτηρίων του εντέρου και ανοσιακής απόκρισης, ωστόσο αυτή η έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς εξηγεί επίσης το μηχανισμό με τον οποίο τα βακτήρια επηρεάζουν την ανοσιακή απόκριση στο ήπαρ. Στην ίδια έρευνα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα χολικά οξέα ελέγχουν επίσης την έκφραση της πρωτεΐνης CXCL 16 στο ανθρώπινο ήπαρ και σημείωσαν ότι, αν και τα αποτελέσματα είναι ακόμα πρώιμα, ο νέος μηχανισμός που περιγράφεται στην έρευνα πιθανώς αφορά και τους ασθενείς με καρκίνο.

Το παρόν συμπέρασμα προέρχεται από μία βασική έρευνα. Η βασική έρευνα μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ανθρώπινη συμπεριφορά και βιολογία, οι οποίες είναι υψίστης σημασίας για την ανάπτυξη νέων τρόπων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας αρκετών παθήσεων. Η επιστήμη είναι μία απρόβλεπτη και σταδιακή διαδικασία. Κάθε έρευνα βασίζεται στα αποτελέσματα προηγουμένων ερευνών, συχνά με τρόπους μη αναμενόμενους. Οι περισσότερες κλινικές ανακαλύψεις δεν θα ήταν δυνατές χωρίς τη γνώση που προσφέρει η βασική έρευνα.

Βιβλιογραφία: NIH