Το κύριο χαρακτηριστικό της αϋπνίας είναι η μειωμένη ποιότητα ή ποσότητα του ύπνου η οποία είναι αποτέλεσμα δυσκολίας να επέλθει ή να διατηρηθεί ο ύπνος ή πρώιμης αφύπνισης. Η αϋπνία προκαλεί κλινικά σημαντικές διαταραχές και δυσλειτουργίες σε σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας. Οι δυσκολίες στον ύπνο συμβαίνουν τουλάχιστον 3 βράδια την εβδομάδα για τουλάχιστον 3 μήνες και δεν είναι αποτέλεσμα χρήσης ουσιών, φαρμάκων ή κάποιας άλλης διαταραχής. Η διάγνωση της αϋπνίας τίθεται μόνο όταν ο ασθενής είχε επαρκή χρόνο για να κοιμηθεί – αυτό διαχωρίζει και την αϋπνία από τη στέρηση ύπνου, η οποία έχει διαφορετικά αίτια και συμπτώματα. Η αϋπνία συνήθως συνυπάρχει με διαταρχές του ύπνου ή άλλες παθήσεις οι οποίες χρειάζονται ξεχωριστή αντιμετώπιση. Η αυξημένη νευρική, φυσιολογική ή ψυχολογική διέγερση σε συνδυασμό με διαταρχές στη συμπεριφορά ενοχοποιούνται για τις περισσότερες περιπτώσεις χρόνιας αϋπνίας. Η οξεία αϋπνία, που έχει τα ίδια διαγνωστικά κριτήρια με τη χρόνια εκτός της διάρκειας, έχει διαφορετικά αίτια και συγκεκριμένες θεραπευτικές επιλογές.

Οι ασθενείς με αϋπνία εκδηλώνουν συνήθως διάφορα συμπτώματα με την πάροδο του χρόνου. Τα συμπτώματα του ύπνου μπορεί να βοηθήσουν στη διαφορική διάγνωση. Η δυσκολία να επέλθει ο ύπνος είναι συνήθως αποτέλεσμα συνδρόμου καθυστερημένης φάσης ύπνου, συνδρόμου ανησύχων ποδιών ή άγχους. Η δυσκολία στη διατήρηση του ύπνου είναι αποτέλεσμα υπνικής άπνοιας, νυχτουρίας ή πόνου. Η πρώιμη αφύπνιση έχει σχετιστεί με σύνδρομο προηγμένης φάσης ύπνου ή κατάθλιψη.

Διάγνωση

Η διάγνωση της αϋπνίας βασίζεται στο ιστορικό τόσο από τον ασθενή όσο και από τον/την σύντροφο. Διάφορα ερωτηματολόγια ή ημερολόγια ύπνου χρησιμοποιούνται συχνά για την εκτίμηση της βαρύτητας της αϋπνίας, την ταυτοποίηση συμπεριφορών που ενδεχομένως την προκαλούν ή για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Τα ερωτηματολόγια συνήθως είναι σύντομα (συμπληρώνονται σε 2-3 λεπτά στο σπίτι ή στο ιατρείο) και προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες που διευκολύνουν τη διαχείριση της αϋπνίας.

Γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία

Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία είναι η θεραπεία εκλογής για τη χρόνια αϋπνία. Σε περίπτωση που αυτή δεν είναι αποτελεσματική, μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής.

Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία είναι μία πολύπλευρη θεραπεία που περιλαμβάνει αρκετές συμπεριφορικές και γνωστικές παρεμβάσεις. Συγκεκριμένα, αποτελείται από μαθήματα ύπνου, οδηγίες για τον έλεγχο των ερεθισμάτων, περιορισμό του χρόνου στο κρεβάτι και ασκήσεις χαλάρωσης. Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία είναι αποτελεσματική στο 70-80% των ασθενών και μπορεί να μειώσει τη χρήση υπνωτικών. Η θεραπεία αυτή μπορεί να γίνει είτε από επαγγελματίες είτε από αυτοματοποιημένα online προγράμματα. Στο μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών βελτιώνει σημαντικά την έλευση, τη συνέχεια και τη διάρκεια του ύπνου καθώς και το αίσθημα ξεκούρασης μετά από αυτόν.

Η σύντομη συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία είναι μία νέα θεραπεία που προέρχεται από τη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία. Συνήθως γίνεται με μία αρχική συνάντηση που ακολουθείται από 2-3 συναντήσεις. Η θεραπεία αυτή βελτιώνει την κανονικότητα του ύπνου, μειώνει τη διέγερση και αυξάνει τη συσχέτιση μεταξύ κρεβατιού και ύπνου:

  • Περιορισμός του χρόνου στο κρεβάτι αποκλειστικά στη διάρκεια του ύπνου
  • Αφύπνιση την ίδια ώρα κάθε μέρα ανεξαρτήτου της διάρκειας του ύπνου
  • Αποφυγή του κρεβατιού εκτός αν υπάρχει έντονη νύστα
  • Παραμονή στο κρεβάτι μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου

Η πρόοδος του ασθενούς παρακολουθείται με ένα ημερολόγιο ύπνου ή με εβδομαδιαίες συναντήσεις. Καθώς η θεραπεία προχωρεί ο ασθενής μπορεί να βρει την ιδανική αναλογία μεταξύ διάρκειας και συνέχειας του ύπνου.

Φαρμακευτική θεραπεία

Η φαρμακευτική αγωγή ταιριάζει περισσότερο στους ασθενείς με οξεία αϋπνία (<3 μήνες) και χορηγείται μόνο συμπληρωματικά στους ασθενείς με χρόνια αϋπνία. Οι περισσότερες έρευνες για την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων στην αϋπνία δεν είναι αξιόπιστες, κυρίως λόγω χρηματοδότησης, μικρού δείγματος εθελοντών ή μικρής διάρκειας της έρευνας.

Τα φάρμακα που έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία της αϋπνίας περιλαμβάνουν τις βενζοδιαζεπίνες, τους αγωνιστές υποδοχέων βενζοδιαζεπινών, τον αγωνιστή υποδοχέων μελατονίνης ραμελτεόνη, το τρικυκλικό δοξεπίνη και τον ανταγωνιστή υποδοχέων ορξίνης σουβορεξάντη. Αν και το θεραπευτικό εύρος των βενζοδιαζεπινών είναι σχετικά μεγάλο, μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες περιλαμβάνουν αμνησία, διαταραχές του ύπνου, πτώσεις, διαταραχές της συνείδησης, καταστολή του αναπνευστικού και “rebound” αϋπνία. Προτιμούνται γενικά φάρμακα με μικρό χρόνο ημιζωής με σκοπό να αποφευχθεί η υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Χορηγούνται 3-4 φορές την εβδομάδα για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εξάρτησης. Η δοξεπίνη χρησιμοποιείται όταν δεν είναι δυνατό να διατηρηθεί η συνέχεια του ύπνου και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε ασθενείς με αντενδείξεις για τη χορήγηση βενζοδιαζεπινών. Η σουβορεξάντη βοηθά επίσης στη διατήρηση της συνέχειας του ύπνου, ενώ η ραμελτεόνη βοηθά στην έλευσή του.

Αρκετά άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της αϋπνίας δεν έχουν μελετηθεί αρκετά ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε μικρές δόσεις. Κατασταλτικά αντιψυχωσικά φάρμακα χορηγούνται μόνο όταν υπάρχει αντίστοιχη ψυχιατρική διάγνωση καθώς συνοδεύονται από επιδράσεις στο μεταβολισμό καθώς και στο νευρικό και καρδιαγγειακό σύστημα.

Συμπέρασμα

Η αϋπνία είναι αρκετά συχνή. Για την εκτίμησή της χρειάζεται προσεκτικό ιστορικό τόσο από τον ασθενή όσο και από τον/την σύντροφό του καθώς και η χρήση των διαθέσιμων μέσων για την ταυτοποίηση των συμπεριφορών που την προκαλούν. Η θεραπεία που προτείνεται είναι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, ωστόσο αν αυτή δεν αρκεί πρέπει να χορηγηθούν φάρμακα πάντα σε συνεννόηση με τον ιατρό.

Πηγή: JAMA