Πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύτηκαν δύο νέες μελέτες που εξέτασαν την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των mRNA εμβολίων της COVID-19 σε ασθενείς με ρευματικές και μυοσκελετικές νόσους (RMDs). Οι δύο μελέτες ήταν οι πρώτες που προσφέρουν δεδομένα για τα εμβόλια σε αυτή την ομάδα ασθενών και κατέληξαν σε πολύ θετικά συμπεράσματα.

Η πρώτη από αυτές ήταν μία μελέτη παρατήρησης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Annals of the Rheumatic Diseases. Οι επιστήμονες της μελέτης εξέτασαν δεδομένα για 325 ενήλικες με RMDs που έλαβαν την 1η δόση ενός mRNA εμβολίου στο διάστημα από 17 Δεκεμβρίου μέχρι 11 Φεβρουαρίου. Από αυτούς, το 51% έλαβε το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech, ενώ οι υπόλοιποι το εμβόλιο της Moderna.

Οι ασθενείς είχαν ηλικίες 34-54 ετών, το 96% ήταν γυναίκες, ενώ το 89% ήταν καυκάσιοι. Οι φλεγμονώδεις αρθρίτιδες ήταν η συχνότερη διάγνωση στους ασθενείς (38%) και ακολούθησαν ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (28%) και οι παθήσεις του συνδετικού ιστού (19%). Οι ασθενείς έπαιρναν διάφορες ανοσορυθμιστικές θεραπείες μεταξύ των οποίων μη βιολογικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs, 44%), βιολογικοί παράγοντες (19%) και συνδυαστικές θεραπείες (37%).

Συνολικά, το 89% των ασθενών ανέφερε τοπικά συμπτώματα όπως άλγος, οίδημα και ερυθρότητα μετά τη λήψη του εμβολίου, ενώ το 69% παρουσίασε συστηματικά συμπτώματα. Το συχνότερο σύμπτωμα της τελευταίας κατηγορίας ήταν το αίσθημα κόπωσης, με το 7.4% να αναφέρει μάλιστα σοβαρή κόπωση.

Κανένας από τους ασθενείς δεν παρουσίασε αλλεργικές αντιδράσεις, ενώ το 3% τελικά νόσησε και χρειάστηκε θεραπεία.

«Τα αποτελέσματα αυτά είναι ιδιαίτερα καθησυχαστικά τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους γιατρούς και δείχνουν ότι δεν υπάρχει λόγος να μην εμβολιαστούν αυτοί οι ασθενείς», υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας.

Απόκριση Αντισωμάτων

Σε μία άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Annals of the Rheumatic Diseases από την ίδια ομάδα ερευνητών, διαπιστώθηκε ότι το 74% των 123 ασθενών με RMD είχε ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση στην πρωτεΐνη ακίδα 18-26 ημέρες μετά τη λήψη της 1ης δόσης του εμβολίου της Pfizer/BioNTech ή της Moderna.

Οι συχνότερες διαγνώσεις στους ασθενείς αυτούς ήταν οι φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (28%), ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (20%) και το σύνδρομο Sjögren (13%). Το 28% των ασθενών δεν έπαιρνε κανένα ανοσορυθμιστικό φάρμακο, το 19% έπαιρνε μη βιολογικούς DMARDs, το 14% έπαιρνε βιολογικούς παράγοντες, ενώ το 19% έπαιρνε συνδυαστική θεραπεία.

Αν και τα αποτελέσματα δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά ανάλογα με τη νόσο ή τη θεραπεία, οι ασθενείς που έπαιρναν μυκοφαινολάτη ή ριτουξιμάμπη είχαν σημαντικά μειωμένη πιθανότητα να παρουσιάσουν ικανοποιητική απόκριση αντισωμάτων συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα.

Στο παρελθόν, η ριτουξιμάμπη και η μεθοτρεξάτη έχουν συνδεθεί με μειωμένη απόκριση σε ορισμένα εμβόλια (όπως για παράδειγμα της γρίπης), η παρούσα μελέτη δεν παρατήρησε μειωμένα επίπεδα αντισωμάτων στους ασθενείς που έπαιρναν μεθοτρεξάτη. Μάλιστα, το 94% των ασθενών που έπαιρναν κάποιο αναστολέα του παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF) είχαν ανιχνεύσιμα αντισώματα μετά τη λήψη του εμβολίου.

Οι περιορισμοί των μελετών ήταν ότι οι επιστήμονες εξέτασαν κυρίως γυναίκες ασθενείς, ενώ δεν είχαν λεπτομερή δεδομένα για τη δοσολογία των φαρμάκων που έπαιρνε ο κάθε ασθενής. Δεν εξέτασαν επίσης την αποτελεσματικότητα της κάθε δόσης του εμβολίου ξεχωριστά ούτε είχαν δεδομένα σχετικά με την μακροπρόθεσμη ασφάλεια του εμβολίου.

Ωστόσο, παρά τους παραπάνω περιορισμούς, οι 2 μελέτες προσφέρουν επαρκή δεδομένα για να καθησυχάσουν τόσο τους ασθενείς όσο και τους γιατρούς αναφορικά με τα εμβόλια της COVID-19 σε ασθενείς με ρευματολογικά νοσήματα.