Μέχρι την ηλικία των 60 ετών, το 50% των ανδρών έχουν παρουσιάσει διόγκωση του προστάτου, μία πάθηση γνωστή και ως καλοήθης υπερπλασία του προστάτου. Μέχρι την ηλικία των 85, το ποσοστό αυτό έχει φτάσει στο 90%.

Αν και η καλοήθης υπερπλασία του προστάτου δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτου ή προκαλεί σεξουαλική δυσλειτουργία, μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής, προκαλώντας προβλήματα στην ούρηση.

Καθώς η διόγκωση του προστάτη συμβαίνει σταδιακά, αρκετοί άνδρες πιστεύουν ότι η αύξηση στη συχνότητα της ούρησης αποδίδεται στην ηλικία. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι με λίγα φάρμακα, το σύμπτωμα αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Με την ηλικία, ο προστάτης διογκώνεται και από μέγεθος καρυδιού μπορεί να φτάσει σε μέγεθος λεμονιού. Δεν γνωρίζουμε ακόμη γιατί ο προστάτης διογκώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο μία θεωρία υποστηρίζει ότι οι ανδρικές ορμόνες, όπως για παράδειγμα η διϋδροτεστοστερόνη, δρουν περισσότερο στον προστάτη σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Καθώς ο προστάτης βρίσκεται κάτω από την ουροδόχο κύστη, όταν διογκωθεί μπορεί να ασκήσει πίεση στην ουρήθρα, το σωλήνα που μεταφέρει τα ούρα από την ουροδόχο κύστη στο πέος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μία σειρά προβλημάτων για την ούρηση.

Για παράδειγμα, μπορεί να παρουσιαστεί δυσκολία στην έναρξη της ούρησης, στη διατήρηση της συνέχειάς της ή να παρουσιαστεί αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστης. Τα ούρα που δεν απομακρύνονται και παραμένουν στην ουροδόχο κύστη μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο λοιμώξεων, η οποία με τη σειρά της προκαλεί επώδυνη ούρηση και περισσότερες επισκέψεις στην τουαλέτα. Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού σωλήνα (ή της κύστης) μπορεί να οδηγήσουν επίσης σε λοιμώξεις των νεφρών.

Θεραπεία με Φάρμακα

Αν παρουσιάζετε οποιοδήποτε από τα παραπάνω προβλήματα, επισκεφθείτε τον γιατρό σας. Αυτός θα σας κάνει εξετάσεις για να επιβεβαιώσει τη διόγκωση του προστάτου. Θα ελέγξει επίσης αν υπάρχει λοίμωξη για να χορηγήσει αντιβιοτικά.

Αν τα συμπτώματα αποδίδονται στον προστάτη, ο γιατρός θα σας χορηγήσει θεραπεία για τη διαχείρισή τους. Οι δύο κύριες κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται είναι οι α-αποκλειστές και οι αναστολείς της 5-α-ρεδουκτάσης (5-ARIs). Ο γιατρός μπορεί να σας χορηγήσει και τα δύο φάρμακα, ανάλογα με τα συμπτώματα και το μέγεθος του προστάτου.

Α-αποκλειστές. Τα φάρμακα αυτά χαλαρώνουν τους μύες γύρω από τον προστάτη και στο άνοιγα της ουροδόχου κύστης, επομένως διευκολύνουν τη ροή των ούρων. Τα περισσότερα συμπτώματα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτου υποχωρούν συνήθως μέσα σε δύο ημέρες. Τα φάρμακα αυτά είναι περισσότερο αποτελεσματικά στους άνδρες με μέτρια διόγκωση του προστάτη. Παραδείγματα φαρμάκων της κατηγορίας αυτής είναι η αλφουζοσίνη, η δοξαζοσίνη, η σιλοδοσίνη, η ταμσουλοσίνη και η τεραζοσίνη.

5-ARIs. Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής συρρικνώνουν σταδιακά τον προστάτη έτσι ώστε να μειωθεί η πίεση που ασκεί στην ουρήθρα. Η θεραπεία αυτή μειώνει το μέγεθος του προστάτη κατά 1/4 μετά από 6 μήνες-1 χρόνο. Τα δύο φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι η φιναστερίδη και η δουταστερίδη.

Αν τα φάρμακα δεν περιορίσουν τα συμπτώματα ή προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, μπορεί να γίνει αφαίρεση τμήματος ιστού από τον προστάτη.

Για τους άνδρες με στυτική δυσλειτουργία και συμπτώματα καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη η καθημερινή δόση ταδαλαφίλης αποτελεί επιλογή.

Τα φάρμακα για τον προστάτη προστατεύουν από τον καρκίνο;

Δεδομένα από έρευνες του παρελθόντος είχαν δείξει ότι τα 5-ARIs μπορεί να αυξήοσυν τον κίνδυνο επιθετικού καρκίνου του προστάτου. Ωστόσο, πιο πρόσφατες έρευνες διαπίστωσαν ότι τα φάρμακα αυτά όχι μόνο δεν αυξάνουν τον κίνδυνο για τη συγκεκριμένη μορφή καρκίνου, αλλά ενδέχεται να προστατεύουν από αυτόν.

Για παράδειγμα, μία έρευνα του 2013 από το Prostate Cancer Prevention Trial, έδειξε ότι η λήψη ενός 5-ARI για 7 χρόνια μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτου κατά 25% σε άνδρες ηλικίας άνω των 55 ετών. Μία άλλη έρευνα με σχεδόν 9500 άνδρες που δημοσιεύτηκε την 1η Νοεμβρίου 2018 στο Journal of the National Cancer Institute, έδειξε ότι η φιναστερίδη μειώνει τον κίνδυνο κατά 21% και η προστατευτική δράση διαρκεί για τουλάχιστον 16 χρόνια.

Βιβλιογραφία: Harvard Health