Μία νέα έρευνα από την Ελλάδα εξέτασε τη μετάδοση του SARS-CoV-2 στους επαγγελματίες υγείας που εργάζονται σε νοσοκομεία ή κέντρα υγείας. Εξετάστηκε επίσης αν η παραμονή των γιατρών και νοσηλευτών για 7 ημέρες στο σπίτι μετά από ένα επεισόδιο υψηλού κινδύνου μόλυνσης, ήταν αποτελεσματικό μέτρο για την πρόληψη μετάδοσης του ιού.

Η έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν η Έλενα Μαλτέζου, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Infectious Diseases.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα για 3398 επαγγελματίες υγείας οι οποίοι εκτέθηκαν στον ιό SARS-COV-2 στο εργασιακό τους περιβάλλον. Η συντριπτική πλειοψηφία των γιατρών και νοσηλευτών που εξετάστηκαν εργάζονται σε νοσοκομεία (83.4%) με το 40.2% να ανήκει σε παθολογικές κλινικές.

Τα υψηλότερα ποσοστά έκθεσης διαπιστώθηκαν σε νοσηλευτές (50.2%) και ακολούθησαν οι γιατροί (31.7%).

Από τα δεδομένα της έρευνας, οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι το 50.8% των επαγγελματιών υγείας μολύνθηκε μετά από επαφή με ασθενείς. Ωστόσο, μία παρατήρηση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι το 48.8% των μολύνσεων προήλθε από την επαφή με άλλους επαγγελματίες υγείας.

Από τους συνολικά 3398 επαγγελματίες υγείας που εξετάστηκαν, το 47.1% βρέθηκε σε επεισόδιο με χαμηλό κίνδυνο έκθεσης, ενώ το 22.5% και το 30.4% σε επεισόδια με μέτριο και υψηλό κίνδυνο αντίστοιχα.

Η πιθανότητα εμφάνισης συμπτωμάτων ήταν ανάλογη του κινδύνου έκθεσης με τους επαγγελματίες υγείας που εκτέθηκαν σε επεισόδιο με υψηλό κίνδυνο έκθεσης να εμφανίζουν συμπτώματα σε ποσοστό 31.9%. Τα ποσοστά για τους επαγγελματίες με μέτριο και χαμηλό κίνδυνο έκθεσης ήταν 22.6% και 15.8% αντίστοιχα. Τα συχνότερα συμπτώματα ήταν ο πυρετός, η κεφαλαλγία και ο βήχας.

Από το σύνολο των 755 γιατρών και νοσηλευτών που εκδήλωσαν συμπτώματα, μόλις οι 66 είχαν τελικά θετικές εξετάσεις για SARS-CoV-2, με το 90.9% να παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα περίπου 1 εβδομάδα μετά την έκθεση.

Αναλύοντας τα δεδομένα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι το ανδρικό φύλο, τα υποκείμενα νοσήματα, το ιστορικό έκθεσης υψηλού κινδύνου και η εργασία ως διοικητικό προσωπικό ήταν παράγοντες που συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19.

Ερμηνεία των Αποτελεσμάτων

Στην Ελλάδα, ένα από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν ήταν η παραμονή των επαγγελματιών υγείας στο σπίτι για 7 ημέρες σε περίπτωση που είχαν βρεθεί σε ένα επεισόδιο με υψηλό κίνδυνο έκθεσης στον SARS-CoV-2.

Το μέτρο αυτό, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, ήταν απαραίτητο, καθώς όπως διαπιστώθηκε, οι επαγγελματίες υγείας που είχαν εκτεθεί σε ένα από τα παραπάνω επεισόδια υψηλού κινδύνου παρουσίασαν συμπτώματα σε υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τους υπολοίπους. Συγκεκριμένα, είχαν 6 φορές αυξημένο κίνδυνο να μολυνθούν με τον ιό σε σχέση με τις υπόλοιπες ευπαθείς ομάδες.

Το συντριπτικό ποσοστό των επαγγελματιών υγείας με COVID-19 παρουσίασε συμπτώματα εντός της 1ης εβδομάδας από την έκθεση στον ιό. Κατά συνέπεια, όπως υποστήριξαν οι ερευνητές, η 7ημερη παραμονή στο σπίτι ήταν πράγματι απαραίτητο μέτρο για τον περιορισμό εξάπλωσης της νόσου.

Ένα από τα ισχυρά σημεία της έρευνας ήταν ότι παρακολούθησε με λεπτομέρεια την πορεία ενός μεγάλου πληθυσμού γιατρών και νοσηλευτών που εκτέθηκαν στον ιό με βάση αυστηρά πρωτόκολλα εκτίμησης κινδύνου.

Ένας περιορισμός της έρευνας που ανέφεραν οι επιστήμονες ήταν ότι δεν είχαν δεδομένα σχετικά με τη συμμόρφωση των επαγγελματιών υγείας με τα μέτρα ατομικής προστασίας, γεγονός που πιθανώς επηρέασε σε μικρό βαθμό τον αριθμό των λοιμώξεων.

Καταλήγοντας, οι ερευνητές υποστήριξαν ότι το μέτρο των 7 ημερών παραμονής στο σπίτι μετά από πιθανή έκθεση ήταν πράγματι απαραίτητο. Τόνισαν επίσης ότι η εφαρμογή των μέτρων ατομικής προστασίας και συγκεκριμένα η χρήση μάσκας με την είσοδο στο νοσοκομείο, κρίνονται απαραίτητα.