Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, οι ενήλικες που έχουν σημαντικά αυξημένη ή σημαντικά μειωμένη διάρκεια ύπνου, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τον αυξημένο αυτό κίνδυνο ως «καρδιακή γήρανση».

Σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ενηλίκων από τις ΗΠΑ, οι εθελοντές με 7 ώρες ύπνο τη νύχτα είχαν τον μικρότερο καρδιακό κίνδυνο κατά μέσο όρο, ο οποίος υπολογίστηκε ως 3.7 χρόνια γήρανσης. Ο αντίστοιχος κίνδυνος ήταν 4.5 χρόνια για αυτούς που είχαν διάρκεια ύπνου 6 ή 8 ώρες και 5.1 χρόνια για αυτούς που είχαν διάρκεια ύπνου 5 ώρες ή λιγότερο.

«Παρατεταμένες περίοδοι αϋπνίας μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά αρκετά οργανικά συστήματα μεταξύ των οποίων και το καρδιαγγειακό», είπε ο Κουάνιε Γιάνγκ, κύριος συγγραφέας της μελέτης.

«Διάφορες έρευνες έχουν δείξει σημαντική συσχέτιση μεταξύ της διάρκειας ύπνου και των παραγόντων κινδύνου για το καρδιαγγειακό, όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα, η υψηλή χοληστερόλη, ο διαβήτης και η παχυσαρκία», συμπλήρωσε ο Γιάνγκ.

Ως καρδιακή ηλικία ορίζεται η ηλικία του αγγειακού συστήματος ενός ατόμου με βάση τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου. Ξεκίνησε να χρησιμοποιείται από το 2008 με το Framingham Heart Study.

«Η διαφορά μεταξύ της εκτιμώμενης καρδιακής ηλικίας ενός ατόμου και της πραγματικής χρονολογικής ηλικίας είναι αυτή που θεωρούμε ως καρδιακή γήρανση. Η αυξημένη καρδιακή γήρανση αντιπροσωπεύει συνήθως αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων», συμπλήρωσε.

Για παράδειγμα, αν ένας άνδρας ηλικίας 40 ετών που έχει καρδιακή ηλικία 44 ετών με βάση το καρδιαγγειακό προφίλ του, έχει καρδιακή γήρανση 4 χρόνια.

«Επομένως η καρδιά του έχει 4 χρόνια μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με ένα τυπικό άνδρα της ίδιας ηλικίας. Η έννοια της καρδιακής ηλικίας βοηθά στην κατανόηση του κινδύνου».

Ο στόχος της έρευνας ήταν να βρεθεί ένας τρόπος να κατανοηθεί η επίδραση της έλλειψης ύπνου στην καρδιακή υγεία, είπε ο Γιάνγκ. «Η καρδιακή γήρανση αποτελεί έναν απλό τρόπο να εκφραστεί ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων».

Ο Γιάνγκ και οι συνεργάτες του ανέλυσαν δεδομένα από τα National Health and Nutrition Examination Surveys από τα έτη 2007-2014 για 12.755 εθελοντές μεταξύ των ηλικιών 30 και 74 ετών χωρίς ιστορικό καρδιακής νόσου ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Με βάση τη διάρκεια του ύπνου, η ομάδα ερευνητών χώρισε τους εθελοντές σε 5 ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε το 13% των εθελοντών και περιελάμβανε άτομα με διάρκεια ύπνου 5 ώρες ή λιγότερο. Η δεύτερη ομάδα (24%) περιελάμβανε τους εθελοντές που είχαν διάρκεια ύπνου 6 ώρες, ενώ η τρίτη (31%) αυτούς που είχαν διάρκεια ύπνου 7 ώρες. Στην τέταρτη ομάδα (26%) ήταν οι εθελοντές με διάρκεια ύπνου 8 ώρες, ενώ στην 5η (5%) όσοι είχαν διάρκεια ύπνου πάνω από 9 ώρες.

Οι ερευνητές εκτίμησαν την καρδιακή γήρανση των εθελοντών υπολογίζοντας παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η αρτηριακή πίεση, η αντιϋπερτασική αγωγή, το ιστορικό καπνίσματος, ο διαβήτης και τα επίπεδα της χοληστερόλης με σκοπό να καταλήξουν σε συνολικό προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου. Στη συνέχεια μετέφρασαν το προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου σε χρόνια γήρανσης.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sleep Health.

«Η χρησιμοποίηση της καρδιακής γήρανσης και της διάρκειας του ύπνου ως δείκτες μπορεί να απλοποιήσει την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου», είπε ο Γιάνγκ. Το γεγονός αυτό μπορεί να βοηθήσει περισσότερα άτομα, ιδιαίτερα νεαρότερης ηλικίας, να κατανοήσουν τη σημασία του ύπνου για την καρδιαγγειακή υγεία.

«Προηγουμένως, διάφορες έρευνες είχαν δείξει ότι η διάρκεια του ύπνου στους ενήλικες σχετίζεται με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, καρδιαγγειακά συμβάματα και θνησιμότητα από όλα τα αίτια», είπε ο Δρ. Γκρεγκ Φονάροου, ένας καρδιολόγος που ρωτήθηκε σχετικά με την έρευνα.

«Η εξαιρετικά χαμηλή ή μεγάλη διάρκεια ύπνου σχετίζεται με αυξημένο καρδιακό κίνδυνο, με τον χαμηλότερο κίνδυνο να παρατηρείται στις 7 ώρες ύπνο κάθε μέρα», συμπλήρωσε.

Η μικρή διάρκεια ύπνου μπορεί να συμβάλει στον καρδιαγγειακό κίνδυνο μέσω επιδράσεων στη μεταβολική και ενδοκρινική λειτουργία, φλεγμονής, αγγειακών βλαβών, καθώς και διαταραχής του κιρκαδικού ρυθμού.

«Μελλοντικές έρευνες πρέπει να εξετάσουν αν η αύξηση της διάρκειας του ύπνου στους ενήλικες που κοιμούνται λιγότερο από 7 ώρες την ημέρα μπορεί να βελτιώσει την καρδιαγγειακή υγεία», κατέληξε ο Φονάροου.

Βιβλιογραφία: Medscape