Ακόμα και όσοι έχουν φυσιολογικό σωματικό βάρος ωφελούνται από τον περιορισμό των θερμίδων. Συγκεκριμένα, η μείωση της ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων κατά 300 μπορεί να βελτιώσει σημαντικά αρκετούς δείκτες της καρδιομεταβολικής υγείας.

Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη διάρκειας 2 ετών στην οποία έλαβαν μέρος 218 εθελοντές ηλικίας 21-50 ετών με φυσιολογικό βάρος.

Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο Δρ Γουίλιαμ Κράους, καρδιολόγος και καθηγητής ιατρικής στο Duke University.

Όπως εξήγησαν ο Δρ Κράους και οι συνεργάτες του, ορισμένοι καρδιομεταβολικοί δείκτες, όπως η χοληστερόλη, η αρτηριακή πίεση και η γλυκόζη αίματος, αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και καρδιαγγειακού θανάτου ακόμα και όταν βρίσκονται εντός φυσιολογικών ορίων.

Την ίδια στιγμή, αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι ο περιορισμός των θερμίδων προσφέρει οφέλη τόσο στην υγεία όσο και στη διάρκεια ζωής. Τα οφέλη αυτά, όμως, αποδίδονται αποκλειστικά και μόνο στην απώλεια βάρους;

Οι ερευνητές ξεκίνησαν την έρευνά τους με την υπόθεση ότι υπάρχουν και άλλοι, πιο σύνθετοι μοριακοί μηχανισμοί που εξηγούν τα οφέλη του περιορισμού των θερμίδων στην καρδιομεταβολική υγεία.

Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο The Lancet Diabetes & Endocrinology.

Ποια είναι τα Οφέλη από τον Περιορισμό των Θερμίδων στην Καρδιομεταβολική Υγεία;

Όλοι οι εθελοντές της έρευνας είχαν δείκτη μάζας σώματος ανάμεσα σε 22 και 27.9. Οι ερευνητές χώρισαν τους εθελοντές σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα μείωσε την καθημερινή πρόσληψη θερμίδων κατά 25% ενώ η άλλη ομάδα συνέχισε την διατροφή που έκανε πριν την έρευνα.

Οι εθελοντές στην πρώτη ομάδα έκαναν 3 γεύματα την ημέρα και μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ 6 διαφορετικών πλάνων διατροφής. Παρακολούθησαν επίσης ομαδικές και ατομικές συμβουλευτικές συναντήσεις για τους πρώτους 6 μήνες της έρευνας, η οποία ξεκίνησε το Μάιο του 2007 και συνεχίστηκε μέχρι το Φεβρουάριο του 2010.

Οι εθελοντές της δεύτερης ομάδας συνέχισαν την κανονική τους διατροφή.

Ο στόχος του 25% δεν επετεύχθη από όλους τους εθελοντές της πρώτης ομάδας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας ο περιορισμός των θερμίδων στην ομάδα αυτή ήταν 12% κατά μέσο όρο.

Στο τέλος της έρευνας, οι εθελοντές της ομάδας αυτής έχασαν το 10% του σωματικού βάρους, από το οποίο το 71% ήταν λίπος. Ο περιορισμός των θερμίδων συνοδεύτηκε από σημαντικά οφέλη για την καρδιομεταβολική υγεία.

Ειδικότερα, «ο περιορισμός των θερμίδων προκάλεσε σημαντική μείωση σε όλους τους υπολογίσιμους συμβατικούς καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου», δήλωσαν οι ερευνητές. Παρατηρήθηκε βελτίωση στην LDL χοληστερόλη, την HDL χοληστερόλη, καθώς και τη συστολική και τη διαστολική πίεση.

«Ο περιορισμός των θερμίδων οδήγησε επίσης σε σημαντική βελτίωση των επιπέδων της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP)», πρόσθεσαν οι επιστήμονες. Η CRP είναι ένας δείκτης φλεγμονής που έχει συνδεθεί στο παρελθόν με καρδιακή νόσο, καρκίνο και έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Η ευαισθησία στην ινσουλίνη και οι δείκτες του μεταβολικού συνδρόμου παρουσίασαν επίσης βελτίωση.

Τα αποτελέσματα της έρευνας διατηρήθηκαν ακόμα και μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η σχετική απώλεια βάρους.

«Αυτό δείχνει ότι ακόμα και μικρές αλλαγές στη διατροφή, όπως αυτές που εξετάσαμε στην έρευνά μας, μπορεί να προσφέρουν σημαντικά οφέλη στην αντιμετώπιση του διαβήτη και της καρδιαγγειακής νόσου», είπε ο Δρ Κράους.

«Η μείωση των θερμίδων που εξετάσαμε μπορεί να επιτευχθεί εύκολα απλά προσέχοντας τη διατροφή μας και αποφεύγοντας κάποιες κακές συνήθειες, όπως για παράδειγμα τα μικρά σνακ μετά το δείπνο».

«Δεν γνωρίζουμε ακόμα σε ποιο μηχανισμό αποδίδονται τα παραπάνω οφέλη από τον περιορισμό των θερμίδων», πρόσθεσε ο Κράους. «Έχουμε συλλέξει δείγματα και βιοψίες από τους εθελοντές και θα συνεχίσουμε να εξετάζουμε ποιο είναι το μεταβολικό σήμα ή μόριο που έχει αυτή την επίδραση».

Σε μία συνέντευξη που έδωσε στο podcast του The Lancet, ο Δρ Κράους δήλωσε ότι αυτή είναι η πρώτη έρευνα που εξετάζει τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του περιορισμού των θερμίδων στους ανθρώπους.

Ο Δρ Κράους συμπλήρωσε ότι η έρευνά του εξέτασε βιοδείκτες σε διαφορετικές ηλικίες και κατέληξε τονίζοντας ότι τόσο αυτός όσο και οι συνεργάτες του «εντυπωσιάστηκαν» από τη «σημαντική» βελτίωση και τις θετικές επιδράσεις που είχε ο περιορισμός των θερμίδων στην περιφέρεια της μέσης, τα τριγλυκερίδια, την HDL χοληστερόλη, τη ρύθμιση της γλυκόζης και την αρτηριακή πίεση.

Φωτογραφία: sanguinie