Οι ενήλικες που κάνουν διατροφή με υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα και ποτά έχουν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν καρδιαγγειακή νόσο ή να πεθάνουν πρόωρα σε σχέση με αυτούς που κάνουν ισορροπημένη διατροφή, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις δύο μεγάλων ερευνών από την Ευρώπη.

Η μία έρευνα ήταν η Nutrinet-Sante η οποία εξέτασε ενήλικες από τη Γαλλία. Οι εθελοντές της έρευνας που έκαναν 10% αυξημένη κατανάλωση υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων και ποτών είχαν 11-13% αυξημένα ποσοστά καρδιαγγειακής νόσου, στεφανιαίας νόσου και εγκεφαλοαγγειακής νόσου στο διάστημα των 5 ετών της έρευνας.

Αντίστοιχα, η μελέτη SUN από το Πανεπιστήμιο της Ναβάρρα στην Ισπανία, παρατήρησε ότι αυτοί που καταναλώνουν περισσότερες από 4 μερίδες υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων και ποτών κάθε μέρα, έχουν 62% αυξημένη πιθανότητα θανάτου από όλα τα αίτια μέσα σε μία δεκαετία σε σχέση με αυτούς που καταναλώνουν λιγότερες από 2 μερίδες την ημέρα.

Οι επικεφαλής των δύο ερευνών ήταν ο Μπερνάρντ Σρουρ από το Πανεπιστήμιο του Παρισίου και η Αναΐς Ρίκο-Καμπά, από το Πανεπιστήμιο της Ναβάρρα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στις 29 Μαΐου στο BMJ.

«Οι παρατηρήσεις των 2 ερευνών προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα δεδομένα της σύνδεσης ανάμεσα στα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα και τις αρνητικές συνέπειες για την υγεία, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση των μελλοντικών οδηγιών για τη διατροφή», δήλωσαν ο Μαρκ Λόρενς και ο Φίλιπ Μπέικερ από το Πανεπιστήμιο του Deakin στην Αυστραλία, σε ένα άρθρο που συνόδευσε τις δύο έρευνες.

«Οι οδηγίες για τη διατροφή είναι ιδιαίτερα σαφείς: τρώτε λιγότερα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα και περισσότερα μη επεξεργασμένα ή ελαφρώς επεξεργασμένα», τονίζουν.

Αναγνωρίστε τους Κινδύνους των Υπερβολικά Επεξεργασμένων Τροφίμων

«Είναι σημαντικό να ενημερωθούν οι καταναλωτές για την παραπάνω σύνδεση», είπε ο Σρουρ και οι συνεργάτες του, «και να γίνουν ενέργειες για να βελτιωθεί η ποιότητα των επεξεργασμένων τροφίμων ή να προωθηθούν περισσότερο μη επεξεργασμένα τρόφιμα ως εναλλακτικά».

Αντίστοιχα, η Ρίκο-Καμπά και οι συνεργάτες της τόνισαν ότι «πρέπει να απομακρύνουμε τους καταναλωτές από τα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα και να προωθήσουμε πιο υγιεινές επιλογές».

Ο Λόρενς και ο Μπέικερ ασπάζονται τις παραπάνω δηλώσεις, ωστόσο πιστεύουν ότι η προσαρμογή των ήδη κυκλοφορούντων επεξεργασμένων τροφίμων δεν αποτελεί λύση.

«Είναι προτιμότερο να προωθήσουμε τη διαθεσιμότητα, την προσβασιμότητα και να μειώσουμε το κόστος των φυσικών ή ελαφρώς επεξεργασμένων τροφίμων», τόνισαν.

Έρχονται επίσης στο φως όλο και περισσότερα δεδομένα που δείχνουν ότι οι επιδράσεις των υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων σχετίζονται με τις αλλαγές που προκαλούν στο εντερικό μικροβίωμα.

Η Κατανάλωση Υπερβολικά Επεξεργασμένων Τροφίμων έχει Τριπλασιαστεί τα Τελευταία 20 Χρόνια

Τα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα, δηλαδή τα τρόφιμα με αρκετά πρόσθετα τα οποία παρατείνουν την ημερομηνία λήξης, βελτιώνουν τη γεύση ή μειώνουν το χρόνο προετοιμασίας, αποτελούν μέρος της διατροφής σε αρκετές χώρες.

Ανάμεσα στο 1990 και το 2010, η κατανάλωση υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων σχεδόν τριπλασιάστηκε από το 11% στο 32% των καθημερινών θερμίδων, όπως δήλωσε η Ρίκο-Καμπά.

Τα τρόφιμα αυτά περιέχουν συνήθως περισσότερα κορεσμένα παρά ακόρεστα λίπη, προστιθέμενα σάκχαρα και αλάτι, καθώς και λιγότερες ίνες και βιταμίνες, είπε ο Σρουρ και οι συνεργάτες του.

Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει την κατανάλωση υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, παχυσαρκίας, υπέρτασης, δυσλιπιδαιμίας, συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου και θνησιμότητας από όλα τα αίτια.

Στην έρευνα NutriNet-Sante, οι επιστήμονες εξέτασαν τη σύνδεση της κατανάλωση υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων με την καρδιαγγειακή νόσο, ενώ στην έρευνα SUN εξετάστηκε η σύνδεση των τροφίμων αυτών με τη θνησιμότητα από όλα τα αίτια.

Ο Κίνδυνος Καρδιαγγειακής Νόσου στην Έρευνα NutriNet-Sante

Στην έρευνα NutriNet-Sante η οποία ξεκίνησε το 2009, ενήλικες από τη Γαλλία συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια στα οποία κατέγραψαν όλα τα τρόφιμα και τα ποτά που είχαν καταναλώσει τις προηγούμενες 24 ώρες, καθώς και το μέγεθος των μερίδων.

Ο Σρουρ και οι συνεργάτες του ανέλυσαν δεδομένα από 83.247 γυναίκες (79%) και 21.912 άνδρες ηλικίας 43 ετών κατά μέσο όρο στην αρχή της έρευνας που είχαν συμπληρώσει 5.7 ερωτηματολόγια σε ένα διάστημα 2 ετών.

Οι ερευνητές χώρισαν τους εθελοντές σε ομάδες ανάλογα με την κατανάλωση υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων και ποτών.

Σε σύγκριση με τους εθελοντές που έκαναν τη χαμηλότερη κατανάλωση, αυτοί που έκαναν την υψηλότερη καθημερινή κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων είχαν μικρότερη ηλικία (36-48), έκαναν λιγότερη άσκηση, είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι καπνιστές και κατανάλωναν λιγότερα φρούτα, λαχανικά και ίνες.

Τα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούσαν το 17.6% της διατροφής των ανδρών και το 17.3% της διατροφής των γυναικών.

Τα παραπάνω τρόφιμα στην έρευνα αυτή ήταν κυρίως προϊόντα με ζάχαρη όπως οι καραμέλες, το παγωτό και τα γλυκά, τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, οι σόδες, τα δημητριακά πρωϊνού, τα προϊόντα με άμυλο όπως το ψωμί και τα μακαρόνια και τα επεξεργασμένα κρεατικά ή ψάρια.

Μετά από προσαρμογή για αρκετούς παράγοντες, οι εθελοντές που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν καρδιαγγειακή νόσο, στεφανιαία νόσο και εγκεφαλοαγγειακά νοσήματα σε μία διάρκεια παρακολούθησης 5.2 ετών.

«Ένα κομμάτι της παραπάνω σύνδεσης μπορεί να δικαιολογηθεί από την μείωση στην κατανάλωση των φυσικών και μη επεξεργασμένων τροφίμων τα οποία αντικαθίστανται από υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα», είπαν οι ερευνητές.

Μία άλλη πιθανή αιτία είναι ότι τα πρόσθετα στα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

«Συχνά δεν γνωρίζουμε τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα διάφορα συστατικών των παραπάνω τροφίμων καθώς και τις επιδράσεις τους όταν καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες», σημείωσαν.

Η υψηλή θερμοκρασία στην οποία παρασκευάζονται τα περισσότερα από τα παραπάνω τρόφιμα δημιουργεί επίσης νέες ουσίες, όπως η ακρυλαμίδη στις τηγανιτές πατάτες, τα μπισκότα, το ψωμί και τον καφέ, και η ακρολεΐνη στα λουκάνικα και τις καραμέλες, οι οποίες συνήθως είναι επιβλαβείς για την υγεία.

Μπορεί να υπάρχουν επίσης αρνητικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα συστατικά των τροφίμων και τα υλικά της συσκευασίας τους, επομένως χρειάζεται σίγουρα να γίνουν περισσότερες έρευνες που θα διερευνήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στα συστατικά των παραπάνω τροφίμων και τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

«Η ομάδα μας», δήλωσε ο Σρουρ, «διεξάγει αυτή τη στιγμή μία μεγάλης κλίμακας έρευνας για τη χρόνια έκθεση σε πρόσθετα τροφίμων και τις επιδράσεις της στην υγεία».

Ο Κίνδυνος Θανάτου από Όλα τα Αίτια στη Δεκαετή Έρευνα SUN

Παράλληλα, η Ρίκο-Καμπά και οι συνεργάτες της ανέλυσαν δεδομένα από 7.786 άνδρες και 12.113 γυναίκες ηλικίας 20-91 ετών (μέσο όρο 37 ετών) οι οποίοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια ανάμεσα στα έτη 1999 και 2014. Στη διάρκεια 10.4 ετών της έρευνας συνολικά 335 άτομα κατέληξαν.

Οι εθελοντές που κατανάλωναν τα περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα, έκαναν επίσης τη χαμηλότερη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων, ελαιόλαδου και ινών και δεν ακολουθούσαν τη Μεσογειακή δίαιτα.

Τα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα που κατανάλωναν οι εθελοντές ήταν κυρίως χάμπουργκερ και λουκάνικα, αναψυκτικά με ζάχαρη, γαλακτοκομικά προϊόντα, τηγανιτές πατάτες και γλυκά.

Συγκριτικά με τους εθελοντές που κατανάλωναν λιγότερες από 2 μερίδες υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων (χαμηλότερη κατανάλωση), αυτοί που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση (πάνω από 4 μερίδες) είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου από όλα τα αίτια (62%), μετά από προσαρμογή για διάφορους παράγοντες.

Για κάθε επιπλέον μερίδα υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων, ο κίνδυνος θνησιμότητας από όλα τα αίτια αυξανόταν κατά 18% ακόμα.

Ωστόσο, όταν εξετάστηκαν δευτερεύοντες στόχοι, όπως ο κίνδυνος καρδιαγγειακού θανάτου ή οι θάνατοι από καρκίνο, ο αυξημένος κίνδυνος σε αυτούς που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση δεν θεωρήθηκε στατιστικά σημαντικός.

«Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν τις μέχρι σήμερα παρατηρήσεις σχετικά με την αρνητική επίδραση των υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων στον κίνδυνο εμφάνισης χρονίων νόσων και τη θνησιμότητα από όλα τα αίτια. Συνολικά, τα αποτελέσματα των δύο ερευνών υποστηρίζουν ότι πρέπει να μειωθεί η κατανάλωση των τροφίμων αυτών σε αρκετές χώρες», κατέληξαν οι ερευνητές.

Βιβλιογραφία: Medscape