Μία νέα εξέταση που χρειάζεται μόλις μερικές σταγόνες αίματος μπορεί κάποια μέρα να βελτιώσει σημαντικά τη διάγνωση των απειλητικών για τη ζωή αγγειακών επιπλοκών του διαβήτη, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Η παραπάνω «υγρή βιοψία» αποτελεί μία μη επεμβατική, κλινικά εύχρηστη εξέταση που αναλύει το DNA χρησιμοποιώντας βιοδείκτες με υψηλή ευαισθησία οι οποίοι μπορούν να προβλέψουν την εμφάνιση αγγειακών επιπλοκών, είπε ο Τσουάν Χε, επικεφαλής της έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο.

Αν και οι κλινικοί δείκτες για την ανίχνευση των αγγειακών επιπλοκών στο διαβήτη, όπως η λευκωματίνη των ούρων, οι τρανσαμινάσες, η κρεατινίνη, η γ-GT και η λιποπρωτεΐνη Α, έχουν υψηλή κλινική ευαισθησία ή ειδικότητα, η συνολικά ακρίβεια όταν εξετάζονται συνολικά η ευαισθησία και η ειδικότητα δεν είναι ακόμα σε ικανοποιητικά επίπεδα, δήλωσαν οι ερευνητές στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Chemistry.

«Η νέα αυτή εξέταση είναι πιο ακριβής από τους παρόντες κλινικούς παράγοντες για τις επιπλοκές αυτές και μπορεί να διαγνώσει τις τελευταίες ταχύτερα», πρόσθεσε ο Γουέι Ζανγκ, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

«Αν μπορέσουμε να διαπιστώσουμε ποιοι ασθενείς παρουσιάζουν επιπλοκές, θα έχουμε περισσότερες επιλογές για να χορηγήσουμε προληπτική θεραπεία εγκαίρως», πρόσθεσε.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, η Αν Πίτερς, διευθύντρια του Προγράμματος Κλινικού Διαβήτη και καθηγήτρια κλινικής ιατρικής στην Ιατρική Σχολή Keck του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια, δήλωσε ότι η ανάπτυξη εξετάσεων αίματος υψηλής ακρίβειας για σοβαρά νοσήματα όπως ο καρκίνος και η καρδιαγγειακή νόσος «αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους στόχους της έρευνας, καθώς επιτρέπουν να αποφύγουμε δυνητικά επικίνδυνες εξετάσεις όπως οι αγγειογραφίες και οι βιοψίες».

Αν αυτή η εξέταση αυτή αποδειχθεί ακριβής για την πρόβλεψη των επιπλοκών του διαβήτη «θα μας επιτρέψει να ταυτοποιήσουμε εγκαίρως τους ασθενείς που κινδυνεύουν από αυτές τις παθήσεις, γεγονός που θα βοηθήσει σημαντικά στην πρόληψή τους», πρόσθεσε.

Χρησιμοποιώντας την Τεχνική της Υγρής Βιοψίας από τη Διάγνωση του Καρκίνου

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει εκτεταμένες έρευνες που εξέτασαν τα επίπεδα του cfDNA (circulating cell-free DNA) στο αίμα ως μη επεμβατικό δείκτη για τη διάγνωση ορισμένων μορφών καρκίνου καθώς και κάποιων καρδιαγγειακών παθήσεων.

Η βιοψία ιστών αποτελεί σήμερα την τυπική μέθοδο διάγνωσης για τον καρκίνο του ήπατος, ωστόσο είναι μία ακριβή, δύσκολη, επεμβατική και χρονοβόρος εξέταση. Αν και υπάρχουν εξετάσεις αίματος για τη διάγνωση της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου, δεν μπορούν να διαγνώσουν τον καρκίνο στα πρώιμα στάδια, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στον καρκίνο του ήπατος.

Οι επιστήμονες είχαν χρησιμοποιήσει την ίδια εξέταση, η οποία χρειάζεται μόλις 3-5ml αίματος, σε μία προηγούμενη έρευνα όπου είχαν αναλύσει δείγματα αίματος από σχεδόν 3000 εθελοντές. Η εξέταση κατάφερε να ταυτοποιήσει με ακρίβεια τους ασθενείς με καρκίνο του ήπατος χωρίς να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα γι’αυτούς που απλά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Μάλιστα, είχε μεγαλύτερη ακρίβεια από όλες τις εξετάσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα, καθώς κατάφερε να ανιχνεύσει το 88% των νεοπλασμάτων.

Η νέα προσέγγιση που αναπτύχθηκε από τους Χε και Ζανγκ, εξετάζει την παρουσία ενός δείκτη, του 5hmC (5-hydroxymethylcytosines) στα κυκλοφορούντα μόρια DNA, ο οποίος μπορεί να ανιχνευθεί σε λίγες μόλις σταγόνες πλάσματος.

Αρκετές μορφές καρκίνου και διαταραχές του νευρικού συστήματος χαρακτηρίζονται από χαμηλά επίπεδα του 5hmC, ενώ πρόσφατες έρευνες έχουν συνδέσει τη διαταραχή στα επίπεδα της ουσίας αυτής με τις επιπλοκές του διαβήτη, όπως δήλωσαν οι ερευνητές.

Θετικά Αποτελέσματα – Χρειάζεται Επιβεβαίωση

Στην παρούσα μελέτη έλαβαν μέρος 62 εθελοντές με διαβήτη εκ των οποίων οι 12 δεν είχαν αγγειακές επιπλοκές, οι 34 είχαν μία αγγειακή επιπλοκή ενώ οι 16 περισσότερες από μία.

36 από τους εθελοντές χρησιμοποιούσαν ινσουλίνη, 34 έπαιρναν από του στόματος φάρμακα για τη μείωση της γλυκόζης, 25 έπαιρναν φάρμακα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ 7 έπαιρναν φάρμακα για τον περιορισμό των λιπιδίων.

Η μέση ηλικία των εθελοντών ήταν τα 59 χρόνια και το 61.3% ήταν άνδρες. Χαρακτηριστικά όπως η ηλικία, το φύλο, ο ΔΜΣ και το ιστορικό καπνίσματος ήταν συγκρίσιμα ανάμεσα στους εθελοντές με ή χωρίς επιπλοκές, καθώς και στους ασθενείς με μία ή περισσότερες επιπλοκές.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα πάνελ 16 γονιδίων για το δείκτη 5hmC το οποίο χρησιμοποίησαν για να διαχωρίσουν τους ασθενείς με επιπλοκές από αυτούς που δεν είχαν επιπλοκές.

Όπως διαπίστωσαν, υπήρχαν σημαντικές μεταβολές του 5hmC στους ασθενείς που είχαν μακροαγγειακές ή μικροαγγειακές επιπλοκές και η εξέταση μπορούσε να ανιχνεύσει τις διαφορές ανάμεσα σε αυτούς που είχαν αγγειακές επιπολοκές και αυτούς που δεν είχαν.

Στη συνέχεια, οι 50 εθελοντές στους οποίους είχαν ανιχνευθεί επιπλοκές έκαναν περαιτέρω εξετάσεις για 159 ακόμα υποψήφια γονίδια-δείκτες.

Οι ερευνητές κατάφεραν να αναπτύξουν ένα πάνελ 13 γονιδίων για το δείκτη 5hmC, μέσω των οποίων ήταν δυνατό να διαχωριστούν οι ασθενείς με μία από αυτούς που είχαν πολλαπλές επιπλοκές.

Το τελευταίο αυτό πάνελ είχε μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε άλλη εξέταση που χρησιμοποιείται σήμερα, μεταξύ των οποίων και η λευκωματίνη των ούρων.

«Οι κλινικοί προγνωστικοί δείκτες ή παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούνται σήμερα, όπως τα επίπεδα της αλβουμίνης, το ΔΜΣ του ασθενούς, η διάρκεια νόσησης από διαβήτη, καθώς και η ποσότητα των αποβλήτων, έχουν χαμηλά ποσοστά επιτυχίας και δεν μπορούν να ανιχνεύσουν τις επιπλοκές αρκετά νωρίς έτσι ώστε να μπορεί να χορηγηθεί θεραπεία», είπε ο Ζανγκ.

«Το επόμενο βήμα είναι να τελειοποιήσουμε ακόμα περισσότερο την εξέταση και να επιβεβαιώσουμε την αποτελεσματικότητά της σε ένα μεγαλύτερο δείγμα», κατέληξε ο Ζανγκ.

Βιβλιογραφία: Medscape