Το ιστορικό χρήσης από του στόματος αντισυλληπτικών χαπιών συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα αντίστασης στην ινσουλίνη και διαβήτη στις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση.

Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα από τη Νότια Κορέα, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στο American Diabetes Association (ADA) 78th Scientific Sessions.

«Η έρευνά μας έδειξε ότι υπάρχει αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ του ιστορικού χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών και της αυξημένης συχνότητας διαβήτη στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα σε αυτές που έκαναν χρήση για πάνω από 6 μήνες», είπε ο Σουνγκ-Γου Κιμ, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας.

Πρόσθεσε επίσης ότι ακόμα και στις γυναίκες χωρίς διαβήτη, «η χρήση των από του στόματος αντισυλληπτικών συνδέθηκε με αυξημένες τιμές ινσουλίνης νηστείας και αντίστασης στην ινσουλίνη».

Προηγούμενες μελέτες δεν είχαν αναδείξει συσχέτιση μεταξύ της χρήσης από του στόματος αντισυλληπτικών και της εμφάνισης διαβήτη σε γυναίκες νεαρότερης ηλικίας. Ο Κιμ δήλωσε, ωστόσο, ότι οι μελέτες αυτές είχαν εξετάσει μόνο την παρούσα χρήση και όχι το ιστορικό. Τόνισε επίσης ότι χρειάζεται χρόνια μέχρι να εμφανιστεί ο διαβήτης λόγω της αντίστασης στην ινσουλίνη, επομένως χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση.

Μία άλλη πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τον Κιμ είναι ότι οι έρευνες αυτές εξέτασαν παλιότερες μορφές των αντισυλληπτικών χαπιών.

Η πρώτη έρευνα που εξετάζει την εμφάνιση διαβήτη μετά την εμμηνόπαυση

Ο Κιμ εξήγησε ότι τα οιστρογόνα αποτελούν ένα σημαντικό ρυθμιστή της ομοιόστασης της γλυκόζης. Αναγνώρισε επίσης δύο προηγούμενες μεγάλης κλίμακας μελέτες με σχετικά νεαρές (προεμμηνοπαυσιακές) γυναίκες οι οποίες είχαν εξετάσει τη χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών  και τη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη χωρίς να παρατηρήσουν συσχέτιση. Σημείωσε, ωστόσο, ότι η περίοδος παρακολούθησης των ερευνών αυτών ήταν περιορισμένη.

Τα δεδομένα της παρούσας έρευνας προέρχονται από την μεγάλης κλίμακας πληθυσμιακή μελέτη KHANES η οποία διεξήχθη από το 2007 μέχρι το 2012.

Συλλέχθηκαν δεδομένα σχετικά με τη διάρκεια χρήσης των αντισυλληπτικών, την ηλικία εμφάνισης της εμμηνόπαυσης και του διαβήτη, τη χρήση ορμονικής θεραπείας υποκατάστασης, την παρουσία υπέρτασης, υπερλιπιδαιμίας, την χρήση αλκοόλ, τα επίπεδα της άσκησης και το ιστορικό καπνίσματος.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 6554 γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση με μέσο όρο ηλικίας τα 65 έτη. Από αυτές, οι 849 είχαν διαβήτη και είχαν λάβει από του στόματος αντισυλληπτικά για πάνω από 6 μήνες, ενώ οι 409 είχαν διαβήτη αλλά είχαν χρησιμοποιήσει αντισυλληπτικά για μικρότερη διάρκεια.

Επιπλέον, υπήρχαν δεδομένα σχετικά με τα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκόζης νηστείας για τις 3338 γυναίκες που δεν είχαν διαβήτη, επομένως ήταν δυνατό να εξεταστεί η συσχέτιση μεταξύ της αντίστασης στην ινσουλίνη και του ιστορικού χρήσης αντισυλληπτικών.

Ο κίνδυνος διαβήτη ήταν σχεδόν 35% αυξημένος σε γυναίκες που έκαναν χρήση αντισυλληπτικού χαπιού για πάνω από 6 μήνες

Από τις γυναίκες που έκαναν χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών για διάρκεια μεγαλύτερη των 6 μηνών, το 19.4% αυτών είχε διαβήτη. Το ποσοστό αυτό ήταν χαμηλότερο και συγκεκριμένα 14.4% στις γυναίκες που είχαν χρησιμοποιήσει αντισυλληπτικά για διάστημα μικρότερο των 6 μηνών. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14.3% για τις γυναίκες που δεν είχαν πάρει ποτέ το αντισυλληπτικό χάπι.

Αυτό σημαίνει ότι η συχνότητα του διαβήτη είναι σχεδόν 35% αυξημένη στις γυναίκες που έχουν κάνει χρήση από του στόματος αντισυλλπητικών για περισσότερο από 6 μήνες σε σχέση με αυτές που δεν έχουν λάβει το συγκεκριμένο χάπι, ακόμα και μετά από προσαρμογή για μία σειρά παραγόντων.

«Η συχνότητα του διαβήτη αυξανόταν κατά 0.5% για κάθε μήνα χρήσης των από του στόματος αντισυλληπτικών», είπε ο Κιμ.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η χρήση από του στόματος αντισυλληπτικών για μεγάλη διάρκεια κατά την αναπαραγωγική ηλικία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση διαβήτη μετά την εμμηνόπαυση», συμπλήρωσε.

Η χρήση αντισυλληπτικών χαπιών για διάρκεια μεγαλύτερη των 6 μηνών οδήγησε επίσης να σημαντική αύξηση της ινσουλίνης νηστείας και της αντίστασης στην ινσουλίνη σε ασθενείς χωρίς διαβήτη, σε σύγκριση με αυτές που δεν είχαν πάρει ποτέ αντισυλληπτικό χάπι.

Συμπεράσματα

Είναι ήδη γνωστό ότι η έκθεση σε διάφορες χημικές ουσίες στη νεότερη ζωή μπορεί να επηρεάσει την υγεία πολλά χρόνια αργότερα. Ωστόσο, αρκετοί άλλοι παράγοντες μπορεί να περιπλέξουν τα πράγματα.

Οι ερευνητές στη συνέχεια θα εξετάσουν περισσότερα δεδομένα με σκοπό να διαπιστώσουν αν ο αυξημένος κίνδυνος αποδίδεται στα ίδια τα αντισυλληπτικά χάπια ή σε άλλους παράγοντες κινδύνου για το διαβήτη που σχετίζονται με αυτά ή είναι αποτέλεσμα της χρήσης τους.

Ο Κιμ αναγνώρισε ότι η έρευνά τους είχε ορισμένες περιορισμούς και υπογράμμισε την ανάγκη για περισσότερες έρευνες προκειμένου να ξακαθαριστεί πλήρως η επίδραση των αντισυλληπτικών χαπιών στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Βιβλιογραφία: Medscape