Οι αλλαγές του διαβήτη τύπου 2 μπορεί να ξεκινήσουν ακόμα και 20 χρόνια πριν τη διάγνωσή του, με σταδιακή συσσώρευση μεταβολικών αλλαγών, όπως διαταραχές στη γλυκόζη πλάσματος νηστείας και την ευαισθησία στην ινσουλίνη, σύμφωνα με μία νέα έρευνα.

Επικεφαλείς της έρευνας ήταν ο Χιρογιούκι Σαγκεσάκα και ο Μιτσουχίσα Κομάτσου από την Ιαπωνία. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο του European Association for the Study of Diabetes (EASD).

«Καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 περνούν από το στάδιο του προδιαβήτη, τα ευρήματά μας συνιστούν ότι οι αυξημένοι μεταβολικοί δείκτες του διαβήτη μπορούν να ανιχνευθούν ακόμα και 20 χρόνια πριν τη διάγνωσή του», είπε ο Κομάτσου.

Η χρονική στιγμή κατά την οποία παρατηρείται η πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ των ατόμων που θα εμφανίσουν τελικά διαβήτη και αυτών που δεν θα εμφανίσουν ήταν άγνωστη μέχρι σήμερα, συμπλήρωσε.

Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, επιτρέπει να γίνονται παρεμβάσεις νωρίτερα και να εκτιμάται γρήγορα η πορεία της νόσου. Τόνισε μάλιστα, ότι οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής πρέπει να γίνονται όχι στη διάγνωση του διαβήτη, αλλά πολύ νωρίτερα ακόμα και στη νεαρή ενήλικη ζωή ή την παιδική ηλικία. «Όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο για τη μάχη ενάντια στο διαβήτη», συμπλήρωσε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Journal of the Endocrine Society.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Νταν Χάουαρθ, επικεφαλής του Diabetes UK, δήλωσε ότι «η έρευνα δείχνει ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα σημεία του διαβήτη τύπου 2 πολλά χρόνια πριν την αρχική διάγνωση. Αν και η έρευνα έγινε σε έναν πληθυσμό Ιαπώνων, γνωρίζουμε ότι και στο δυτικό κόσμο εκατομμύρια άτομα πάσχουν από διαβήτη τύπου 2 χωρίς να το γνωρίζουν. Όσο πιο νωρίς γνωρίζει κάποιος ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυνο, τόσο πιο εύκολο είναι να προλάβει την εμφάνιση της νόσου».

Δεδομένα για περισσότερα από 27.000 άτομα

Οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν ποια είναι η χρονική στιγμή που η γλυκόζη πλάσματος αρχίζει να αυξάνεται σε αυτούς που τελικά παρουσιάζουν διαβήτη με σκοπό να ρίξουν περισσότερο φως στην πορεία της νόσου.

Συνολικά, εξετάστηκαν 27.392 άτομα χωρίς διαβήτη μεταξύ των ετών 2005-2016 μέχρι τη διάγνωση του προδιαβήτη ή του διαβήτη τύπου 2. Το μέσο όρο ηλικίας ήταν τα 49 χρόνια, ο μέσος ΔΜΣ ήταν 22.6 και οι 11.495 εθελοντές ήταν γυναίκες.

Στην αρχή της μελέτης, οι 15.778 εθελοντές είχαν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης και οι 11.614 είχαν προδιαβήτη.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, παρατηρήθηκαν 1067 νέα περιστατικά διαβήτη τύπου 2. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, κατά μέσο όρο ορισμένοι παράγοντες κινδύνου ήταν συχνότεροι στα άτομα που εμφάνισαν τελικά διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με αυτούς που δεν εμφάνισαν. Συγκεκριμένα, ο ΔΜΣ, η γλυκόζη νηστείας και η αντίσταση στην ινσουλίνη ήταν αυξημένα μέχρι και 10 χρόνια πριν τη διάγνωση και οι διαφορές αυτές αυξήθηκαν προοδευτικά.

«Η γλυκόζη πλάσματος είναι ήδη ανεβασμένη 10 χρόνια πριν τη διάγνωση του διαβήτη και συνήθως αυξάνεται σταδιακά μέχρι να σημειώσει μία απότομη αύξηση ένα περίπου χρόνο πριν την τελική διάγνωση», είπε ο Κομάτσου.

Ενδεικτικά, η μέση γλυκόζη νηστείας 10 χρόνια πριν τη διάγνωση ήταν 101.5 mg/dL σε αυτούς που εμφάνισαν τελικά διαβήτη, ενώ σε αυτούς που δεν εμφάνισαν η αντίστοιχη μέση τιμή ήταν 94.5 mg/dL. Μέχρι 5 χρόνια πριν τη διάγνωση, η γλυκόζη πλάσματος νηστείας είχε φτάσει τα 105 mg/dL στην πρώτη ομάδα, ενώ στη δεύτερη είχε παραμείνει σταθερή. Τέλος, 1 χρόνο πριν τη διάγνωση οι ασθενείς που παρουσίασαν διαβήτη είχαν 110 mg/dL, ενώ στους υπόλοιπους ασθενείς και πάλι δεν υπήρχε διαφοροποίηση.

Στους εθελοντές που παρουσίασαν διαβήτη, ο ΔΜΣ αυξήθηκε από 24 σε 25.5, ενώ στους υπόλοιπους παρέμεινε σταθερός. Η ευαισθησία στην ινσουλίνη επίσης μειώθηκε στους ασθενείς που παρουσίασαν διαβήτη τύπου 2, ενώ στους υπόλοιπους παρέμεινε σταθερή.

Από τα 15.778 άτομα που είχαν φυσιολογικα επίπεδα γλυκόζης αίματος στην αρχή της έρευνας, οι 4781 παρουσίασαν προδιαβήτη κατά τη διάρκεια της έρευνας και, στους περισσότερους από αυτούς, υπήρχαν διαταραχές των επιπέδων σε μικρό βαθμό 10 χρόνια πριν τη διάγνωση του προδιαβήτη.

Ο Κομάτσου είπε ότι στους ασθενείς που θα παρουσιάσουν διαβήτη, «η καθιστική ζωή και η κακή διατροφή προκαλούν ήπια αντίσταση στην ινσουλίνη στο ήπαρ και αυξάνουν τη γλυκόζη νηστείας λόγω της ανεπαρκούς παραγωγής ινσουλίνης από το πάγκρεας».

Αντιθέτως, «οι παχύσαρκοι των οποίων το πάγκρεας παράγει την απαραίτητη ινσουλίνη, έχουν απλά παχυσαρκία και όχι διαβήτη», πρόσθεσε.

Οι δύο επικεφαλής δήλωσαν ότι τα ευρήματά τους τονίζουν πόσο σημαντικό είναι να γίνονται παραμεβάσεις έγκαιρα, έτσι ώστε να προλαμβάνεται η εμφάνιση διαβήτη. Τονίζουν μάλιστα ότι αρκετές φορές οι παρεμβάσεις πρέπει να γίνονται πριν ακόμα το στάδιο του προδιαβήτη.

Βιβλιογραφία: Medscape