Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, η μετφορμίνη, εκτός από τη μείωση της γλυκόζης αίματος, βοηθά επίσης τους ασθενείς να μην ξαναπάρουν τα κιλά που έχουν χάσει κατά τις προσπάθειες απώλειας βάρους.

Συγκεκριμένα, εξετάστηκαν εθελοντές που είχαν λάβει μέρος στη μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP) και κατάφεραν να χάσουν τουλάχιστον το 5% του σωματικού τους βάρους μέσα σε 1 χρόνο είτε με τη χρήση μετφορμίνης, είτε με αλλαγές στον τρόπο ζωής είτε με placebo. Οι εθελοντές που έχασαν βάρος με μετφορμίνη και συνέχισαν να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό μετά το πέρας της έρευνας, διατήρησαν το σωματικό τους βάρος χαμηλό για τα επόμενα 5-14 χρόνια, όπως παρατήρησε η ακόλουθη μελέτη με τίτλο DPPOS (Diabetes Prevention Program Outcomes Study).

«Αυτοί που έχασαν κιλά με τη μετφορμίνη διατήρησαν το σωματικό τους βάρος χαμηλό, κάτι που δεν είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν», είπε ο Κισόρ Γκαντ, ένας εκ των συγγραφέων της έρευνας από τη Λουιζιάνα.

Η μετφορμίνη «δεν βοηθά στην απώλεια βάρους (ή την καταστολή της όρεξης) αντίστοιχα με τα φάρμακα που έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία της παχυσαρκίας όπως η φεντερμίνη/τοπιραμάτη και η λιραγλουτίδη», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Ωστόσο, «αν ανήκετε στο 29% των ασθενών που καταφέρνουν να χάσουν βάρος με τη μετφορμίνη αρχικά, φαίνεται ότι μπορείτε να διατηρήσετε το σωματικό σας βάρος χαμηλό για μεγάλη διάρκεια», αν συνεχίσετε τη λήψη της μετφορμίνης.

Η έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Τζον Απόλζαν, δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine.

Αν και η DPP ήταν μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, η DPPOD δεν ήταν, επομένως «χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθούν οι παρατηρήσεις της», είπε ο Γκαντ.

Επίσης, «υπάρχει μικρή πιθανότητα μία φαρμακευτική εταιρία να κάνει έρευνα φάσης ΙΙΙ για να εξερευνήσει μία νέα ένδειξη για ένα εγκεκριμένο φάρμακο», πρόσθεσε.

«Προς το παρόν είναι στην κρίση του γιατρού να αποφασίσει αν πρέπει να χορηγηθεί μετφορμίνη σε έναν ασθενή που έχασε βάρος αλλά δεν κατάφερε να το διατηρήσει μόνο με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής», είπε η Λέσλι Κατζέλ και ο Τζον Σόρκιν σε ένα άρθρο που συνόδευσε τη μελέτη.

«Αν και η μετφορμίνη δεν είχε επιτυχία σε όλους τους ασθενείς, τα δεδομένα δείχνουν ότι η μακροπρόθεσμη διατήρηση της απώλειας βάρους αποτελεί ρεαλιστικό στόχο και μπορούμε να βοηθήσουμε τους ασθενείς με τη μετφορμίνη», είπαν οι συγγραφείς.

«Ίσως το σωστό είναι να ξεκινάμε με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, καθώς η περοσέγγιση αυτή είχε καλύτερα αποτελέσματα στην απώλεια βάρους και την πρόληψη της εμφάνισης διαβήτη», συμπλήρωσαν.

Μετφορμίνη έναντι Αλλαγών στον Τρόπο Ζωής για τη Μακροπρόθεσμη Απώλεια Βάρους

Όταν οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς χάνουν βάρος, η γλυκαιμία παρουσιάζει βελτίωση, έγραψαν οι ερευνητές. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν η παραπάνω επίδραση παραμένει μόνο αν το βάρος δεν αυξηθεί. Επιπλέον, η ταυτοποίηση των παραγόντων που σχετίζονται με μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους, μπορεί επίσης να βοηθήσει στον καθορισμό της αγωγής σε αυτούς τους ασθενείς.

Για να διερευνήσουν την παραπάνω υπόθεση, οι ερευνητές εξέτασαν τη μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους σε ασθενείς της έρευνας DPP που είχαν χάσει τουλάχιστον το 5% του αρχικού βάρους μέσα σε 1 χρόνο, τους οποίους και παρακολούθησαν για 15 χρόνια. Η μελέτη DPP/DPPOS είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος και διάρκεια μελέτη που εξετάζει τις δράσεις της μετφορμίνης στην πρόληψη ή καθυστέρηση της εμφάνισης του διαβήτη τύπου 2.

Στη μελέτη DPP, 3234 υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς με υψηλά επίπεδα γλυκόζης αίματος και αυξημένο κίνδυνο διαβήτη χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα έκανε σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ζωής (συμβουλευτικές συνεδρίες με διατροφή και άσκηση), η δεύτερη ομάδα έλαβε 850mg μετφορμίνης δις ημερησίως, ενώ η τρίτη ομάδα έλαβε placebo. Η έρευνα είχε διάρκεια 2.8 έτη.

Μετά το πέρας της μελέτης DPP, οι εθελοντές είχαν την επιλογή να συνεχίσουν στη μελέτη DPPOS, στην οποία οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής ήταν μικρότερες.

Στην αρχή της έρευνας, οι εθελοντές είχαν μέσο όρο ηλικίας 50 και τα 2/3 ήταν γυναίκες. Ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) ήταν 34 και σχεδόν τα 2/3 είχαν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη.

Μετά από 1 έτος, 289 από τους 1014 εθελοντές στην ομάδα της μετφορμίνης (28.5%), 640 από τους 1029 εθελοντές στην ομάδα των αλλαγών στον τρόπο ζωής (62.6%) και 137 από τους 1025 εθελοντές στην ομάδα του placebo (13.4%) κατάφεραν να χάσουν τουλάχιστον το 5% του αρχικού τους βάρους.

Τα νέα δεδομένα ωστόσο έδειξαν ότι οι εθελοντές στην ομάδα της μετφορμίνης είχαν μεγαλύτερα ποσοστά διατήρησης της απώλειας βάρους.

6-15 χρόνια μετά το πέρας της έρευνας DPP, η απώλεια βάρους σε σχέση με την αρχή της έρευνας ήταν 6.2% στην ομάδα της μετφορμίνης, 3.7% στην ομάδα με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και 2.8% στην ομάδα που λάμβανε placebo.

Και στις 3 ομάδες, η μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που είχαν χάσει τουλάχιστον το 5% του σωματικού τους βάρους μέσα στον 1ο χρόνο.

Στην ομάδα με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, η μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους ήταν υψηλότερη στους ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας που δεν είχαν διαβήτη ή οικογενειακό ιστορικό διαβήτη.

Οι προγνωστικοί παράγοντες επιτυχούς διατήρησης της απώλειας βάρους ήταν η χρήση μετφορμίνης στην ομάδα της μετφορμίνης και τα υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης αίματος νηστείας στην ομάδα που έπαιρνε placebo.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας, σύμφωνα με τους ερευνητές, ήταν ότι το 37% των ασθενών στην ομάδα που λάμβανε placebo είχαν ξεκινήσει τη μετφορμίνη μέχρι το 15ο έτος της έρευνας.

Από την ομάδα της μετφορμίνης, το 72% είχε συμμορφωθεί με τη θεραπεία στη μελέτη DPP, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη μελέτη DPPOS ήταν 49%.

DPPOS-3: Οι Επιδράσεις της Μετφορμίνης στον Καρδιαγγειακό Κινδύνο και τον Καρκίνο

«Οι μελλοντικές έρευνες», είπαν οι ερευνητές, «πρέπει να επικεντρωθούν στη χρησιμότητα της μετφορμίνης για τη διατήρηση του χαμηλού σωματικού βάρους μετά την αρχική απώλεια βάρους με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, φάρμακα για την παχυσαρκία ή βαριατρικό χειρουργείο».

Οι ερευνητές συνεχίζουν να παρακολουθούν την πορεία των ασθενών στην έρευνα DPPOS-3 για 5 ακόμα χρόνια, με σκοπό να διαπιστώσουν αν η μετφορμίνη μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, καθώς και τον κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου.

Αν η DPPOS-3 και 10 ακόμα κλινικές μελέτες που εξετάζουν τις επιδράσεις της μετφορμίνης «δείξουν ότι η τελευταία έχει τις παραπάνω προληπτικές επιδράσεις, τότε σίγουρα αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην επιλογή του καταλλήλου φαρμάκου για τη διατήρηση του χαμηλού σωματικού βάρους», κατέληξαν η Κάτζελ και ο Σόρκιν.

Βιβλιογραφία: Medscape