Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 πρέπει να παρακολουθούν τακτικά την ηπατική τους λειτουργία, καθώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του ήπατος και δυνητικά απειλητικής για τη ζωή κίρρωσης.

Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία πολύ μεγάλη έρευνα με 82 εκατομμύρια ενηλίκους από την Ευρώπη. Μία άλλη παρατήρηση της ίδιας έρευνας ήταν ότι στους περισσότερους ασθενείς που παρουσιάζουν κίρρωση ή καρκίνο, η διάγνωση της νόσου γίνεται συνήθως σε προχωρημένο στάδιο.

Οι ερευνητές από το Queen Mary University στο Λονδίνο και το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους στο επιστημονικό περιοδικό BMC Medicine.

Ο σκοπός της έρευνας ήταν να εκτιμηθεί ο κίνδυνος κίρρωσης και καρκίνου του ήπατος σε ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος ή στεατοηπατίτιδα.

Η λιπώδης διήθηση του ήπατος ή μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος αποτελεί ένα από τα κύρια αίτια ηπατικών νόσων παγκοσμίως. Η συχνότητά της έχει αυξηθεί από 15% σε 25% τα τελευταία χρόνια και η αύξηση αυτή είναι αντίστοιχη με αυτή στα ποσοστά της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2.

Στους περισσότερους ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος, η νόσος δεν προκαλεί σημαντικές βλάβες. Ωστόσο, σε ένα ποσοστό ασθενών, η νόσος εξελίσσεται σε μία πιο επιθετική μορφή, τη μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα, η οποία προκαλεί βλάβες στο ήπαρ και μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση καρκίνου.

Ανάγκη για Έγκαιρη Διάγνωση της Λιπώδους Διήθησης του Ήπατος

Καθώς οι ασθενείς που πάσχουν από λιπώδη διήθηση του ήπατος ή στεατοηπατίτιδα διατρέχουν συνεχώς κίνδυνο η νόσος να γίνει απειλητική για τη ζωή, η διάγνωση πρέπει να γίνεται εγκαίρως, έτσι ώστε να μπορεί να ξεκινήσει άμεσα η χορήγηση θεραπείας.

Ωστόσο, ο επικεφαλής της έρευνας, Δρ Γουίλιαμ Αλαζάουι, ένας επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, δήλωσε ότι η διάγνωση των παραπάνω νόσων σήμερα συχνά καθυστερεί υπερβολικά.

Ο Αλαζάουι και η ομάδα του διαπίστωσαν πολύ χαμηλά ποσοστά διάγνωσης της λιπώδους διήθησης του ήπατος στα 82 εκατομμύρια ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία ασθενών που ανέλυσαν. Αυτό σημαίενι ότι «οι περισσότεροι ασθενείς δεν διαγιγνώσκονται επαρκώς στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας», όπως δήλωσε.

«Ακόμα και στη μικρή διάρκεια που εξετάστηκε από την έρευνα, ορισμένοι ασθενείς παρουσίασαν τελικά προχωρημένα, απειλητικά για τη ζωή στάδια της νόσου, γεγονός που σημαίνει ότι η διάγνωση έγινε πολύ αργά», πρόσθεσε.

Είναι φυσιολογικό να υπάρχει κάποια ποσότητα λίπους στο ήπαρ. Ωστόσο, όταν περισσότερο από το 5-10% της συνολικής μάζας του οργάνου είναι λίπος, εμφανίζεται μία κατάσταση που λέγεται λιπώδες ήπαρ (στεάτωση). Η λιπώδης διήθηση του ήπατος είναι μία κατάσταση που δεν σχετίζεται με την κατανάλωση αλκοόλ.

Η μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα είναι μία πιο σοβαρή μορφή της λιπώδους διήθησης κατά την οποία προκαλείται οίδημα και βλάβες στο ήπαρ οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε κίρρωση, ηπατική ανεπάρκεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καρκίνο.

Σχεδόν 1 στους 6 ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος θα παρουσιάσει τελικά στεατοηπατίτιδα. Η τελευταία εμφανίζεται συνήθως στις ηλικίες 40-60 και είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς με στεατοηπατίτιδα ζουν αρκετά χρόνια πριν διαγνωστούν με τη νόσο.

Ο Διαβήτης Αποτελεί «Ισχυρό Προγνωστικό Παράγοντα» για την Ηπατική Νόσο

Για την ανάλυσή τους, ο Δρ Αλαζάουι και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία από ασθενείς στην Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στους ασθενείς αυτούς κατάφεραν να ταυτοποιήσουν 136.703 ασθενείς των οποίων τα αρχεία έδειχναν ότι είχαν διαγνωστεί με λιπώδη διήθηση του ήπατος ή στεατοηπατίτιδα. Στη συνέχεια, συνέκριναν τον καθένα από αυτούς τους ασθενείς με 100 άτομα (ομάδα ελέγχου) στα οποία δεν είχε τεθεί διάγνωση των παραπάνω νόσων. Η αντιστοίχηση έγινε με βάση το φύλο, την ηλικία, τη χώρα και την ημερομηνία επίσκεψης στον γιατρό.

Η ανάλυση έδειξε ότι οι ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος ή μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα είχαν υψηλότερα ποσοστά υπέρτασης, παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

Η έρευνα είχε διάρκεια 3.3 χρόνια και στη διάρκειά της αρκετοί ασθενείς παρουσίασαν κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Σύμφωνα με την ανάλυση των ερευνητών, ο κίνδυνος κίρρωσης ήταν 4.73 φορές υψηλότερος στους ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος ή στεατοηπατίτιδα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Ο κίνδυνος καρκίνου του ήπατος αντίστοιχα ήταν 3.51 φορές αυξημένος.

Όπως φάνηκε επίσης, ο «ισχυρότερος ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για τη διάγνωση» κίρρωσης ή καρκίνου του ήπατος ήταν ο διαβήτης τύπου 2 στην αρχή της μελέτης.

Η ανάλυση έδειξε επίσης ότι οι ασθενείς με λιπώδη διήθηση του ήπατος ή στεατοηπατίτιδα είχαν στο μέλλον πιο σοβαρές διαγνώσεις απειλητικών για τη ζωή παθήσεων του ήπατος μέσα στα επόμενα χρόνια.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτό το χρονοδιάγραμμα δεν αντιστοιχεί στον χρόνο που χρειάζονται οι παραπάνω νόσοι για να εξελιχθούν σε προχωρημένα στάδια. Αυτό σημαίνει ότι η διάγνωση της λιπώδης διήθησης του ήπατος και της στεατοηπατίτιδας τίθενται συνήθως με καθυστέρηση όταν οι νόσοι βρίσκονται πλέον σε προχωρημένο στάδιο.

«Οι διαβητικοί ασθενείς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο προχωρημένων και απειλητικών και τη ζωή ηπατικών νόσων, γεγονός που δείχνει ότι οι προσπάθειές μας πρέπει να εστιαστούν στην πρόληψη των παραπάνω παθήσεων σε αυτούς τους ασθενείς», κατέληξε ο Αλαζάουι.

Φωτογραφία: Marco Verch