Τα αποτελέσματα μίας έρευνας που δημοσιεύτηκε προσφάτως προσφέρουν νέες πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς μέσω των οποίων τα οιστρογόνα μειώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη και την παραγωγή γλυκόζης, μειώνοντας έτσι τη συχνότητα του διαβήτη τύπου 2.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes το οποίο εκδίδεται από το American Diabetes Association.

«Στην έρευνά μας εξετάσαμε το ρόλο των οιστρογόνων στη ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την παχυσαρκία και το διαβήτη τύπου 2, καθώς και τις παρεμβάσεις για την αντιμετώπισή τους», είπε ο Δρ. Σαοντόνγκ Γκο, επικεφαλής της έρευνας από το Πανεπιστήμιο του Τέξας.

Ο Γκο δήλωσε ότι οι τελευταίες επιδημιολογικές έρευνες για το διαβήτη τύπου 2 παρατήρησαν διαφορά στη συχνότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και συγκεκριμένα, χαμηλά ποσοστά της νόσου στις γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση. Οι έρευνες τόσο σε πειραματόζωα όσο και σε ανθρώπους παρατήρησαν ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ της ανεπάρκειας οιστρογόνων και της δυσλειτουργίας του μεταβολισμού.

«Γενικά, η ομοιόσταση της γλυκόζης διατηρείται από την αναρρόφηση γλυκόζης στους μύες και το λιπώδη ιστό σε συνδυασμό με την παραγωγή γλυκόζης στο ήπαρ», εξήγησε. «Ωστόσο, διάφορες έρευνες έδειξαν ότι η ελάττωση των οιστρογόνων σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες επιταχύνει την εμφάνιση αντίστασης στην ινσουλίνη και διαβήτη τύπου 2».

«Αντιθέτως, οι κλινικές δοκιμές υποκατάστασης οιστρογόνων σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση παρατήρησαν μείωση της αντίστασης στην ινσουλίνη και μειώσεις στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος».

Ο Γκο είπε ότι η ανεπάρκεια οιστρογόνων ή η μειωμένη σηματοδότησή τους, σχετίζεται με αντίσταση στην ινσουλίνη και απορρύθμιση της μεταβολικής ομοιόστασης, τα οποία συμβάλλουν στην εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκίας τόσο στους ανθρώπους όσο και στα πειραματόζωα. Ωστόσο, η συμβολή της ιστοειδικής αυτής δράσης των οιστρογόνων στις μεταβολικές αλλαγές καθώς και οι σχετικοί μηχανισμοί, δεν έχουν ακόμα διερευνηθεί επαρκώς.

«Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες παρουσιάζουν αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη και μειωμένη συχνότητα διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας», εξήγησεο Γκο. «Ωστόσο η διαφορά αυτή εξαφανίζεται μετά την εμμηνόπαυση και η ομοιόσταση της γλυκόζης διαταράσσεται, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στη μείωση των οιστρογόνων της κυκλοφορίας».

Ο Γκο τόνισε επίσης ότι η θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνο του μαστού και εγκεφαλικού επεισοδίου, επομένως είναι γενικά δύσκολο να χρησιμοποιηθεί σαν θεραπευτική προσέγγιση.

«Αυτός είναι ο λόγος που η κατανόηση των ιστοειδικών μηχανισμών δράσης των οιστρογόνων και οι μοριακοί μηχανισμοί της ρύθμισης του μεταβολισμού έχουν τόσο μεγάλη σημασία», είπε. «Όταν κατανοήσουμε το μηχανισμό, θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε θεραπείες που μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων αλλά δεν έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με αυτά».

Στην έρευνά τους, ο Γκο και οι συνεργάτες του διερεύνησαν το μηχανισμό δράσης των οιστρογόνων στην ομοιόσταση της γλυκόζης σε αρσενικά ποντίκια, θηλυκά στα οποία είχε γίνει αφαίρεση των ωοθηκών και ποντίκια στα οποία είχε απενεργοποιηθεί το γονίδιο Foxo1.

«Θέλαμε να κατανοήσουμε τον μηχανισμό μέσω του οποίου τα οιστρογόνα ρυθμίζουν τη γλυκονεογένεση αλληλεπιδρώντας με την ηπατική πρωτεΐνη Foxo1», εξήγησε. «Η πρωτεΐνη αυτή έχει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της παραγωγής γλυκόζης μέσω της σηματοδότησης της ινσουλίνης. Εμπλέκεται σε μία σειρά σηματοδοτικών δράσεων της ινσουλίνης που ρυθμίζουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, τη διαφοροποίηση και το μεταβολισμό».

Ο Γκο είπε ότι τόσο στα αρσενικά όσο και στα θηλυκά ποντίκια που δεν είχαν ωοθήκες, η υποδόρια χορήγηση οιστρογόνων βελτίωσε την ευαισθησία στην ινσουλίνη και μείωσε τη γλυκονεογένεση. Ωστόσο, τα οιστρογόνα δεν είχαν κάποια επίδραση στα ποντίκια που δεν είχαν το γονίδιο της Foxo1 σε ποντίκια και των δύο φύλων.

«Αυτό δείχνει ότι η πρωτεΐνη Foxo1 είναι απαραίτητη για την καταστολή της γλυκονεογένεσης από τα οιστρογόνα», είπε.

«Δείξαμε επίσης ότι τα οιστρογόνα μπορούν να καταστείλουν την ηπατική παραγωγή γλυκόζης μέσω ενεργοποίησης των υποδοχέων οιστρογόνων, δράσεις οι οποίες είναι ανεξάρτητες από τους υποδοχείς ινσουλίνης Irs1 και Irs2. Αποκαλύπτεται έτσι ένας σημαντικός μηχανισμός των οιστρογόνων στη ρύθμιση της ομοιόστασης γλυκόζης».

Τα αποτελέσματα της έρευνας του Γκο υποστηρίζουν τη θεωρία ότι η βελτίωση στην ομοιόσταση της γλυκόζης από τα οιστρογόνα μεσολαβείται από τη γλυκονεογένεση μέσω της ηπατικής πρωτεΐνης Foxo1 και όχι από την επαναρρόφηση γλυκόζης από τους μύες.

Τα αποτελέσματα μπορούν επίσης να εξηγήσουν γιατί οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν χαμηλότερη συχνότητα διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με τους άνδρες της ίδιας ηλικίας. Δείχνουν επίσης ότι η στόχευση του οιστρογονικού υποδοχέα ERa μπορεί να αποτελέσει θεραπευτική προσέγγιση για τη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης και την πρόληψη του διαβήτη.

«Η ταυτοποίηση των ιστοειδικών δράσεων των οιστρογόνων και η άμεση στόχευση των οιστρογονικών υποδοχέων θα διευκολύνει την ανάπτυξη νέων φαρμάκων για την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2, της καρδιαγγειακής νόσου και της παχυσαρκίας, χωρίς να αυξάνεται ο κίνδυνος για καρκίνο του μαστού», είπε.

Ο Γκο σημείωσε επίσης ότι ορισμένα τρόφιμα, όπως η σόγια, περιέχουν φυτοοιστρογόνα, τα οποία δρουν αντίστοιχα με τα οιστρογόνα, ρυθμίζοντας το μεταβολισμό της γλυκόζης και την ευαισθησία στην ινσουλίνη.

«Η έρευνα προσέφερε σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τους μοριακούς και φυσιολογικούς μηχανισμούς των μεταβολικών νόσων και έδειξε ότι οι παρεμβάσεις στη διατροφή μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της παχυσαρκίας, του διαβήτη και των σχετιζόμενων με αυτόν χρονίων νόσων», κατέληξε.

Φωτογραφία: Scientific Animations