Οι ασθενείς με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια (ΔΠΝ) έχουν συνήθως χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D (25-υδροξυβιταμίνης D) σε σχέση με τους ασθενείς που έχουν ανώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια, τους διαβητικούς που δεν έχουν νευροπάθεια αλλά και τους υγιείς ενήλικες. Το παραπάνω συμπέρανε μία έρευνα η οποία ήταν μία από τις πρώτες που έκανε προσεκτική προσαρμογή για παράγοντες όπως η έκθεση στο ηλιακό φως και η φυσική άσκηση.

«Αυτή είναι η πρώτη φορά που μία έρευνα προσάρμοσε τα αποτελέσματά της για τους παραπάνω παράγοντες. Τα ευρήματα έχουν μεγάλη κλινική σημασία καθώς η επώδυνη ΔΠΝ είναι συχνά σοβαρή και προκαλεί αναπηρία στον ασθενή», είπε ο επικεφαλής της έρευνας, Σόλομον Τεσφέι, ενδοκρινολόγος στο Royal Hallamshire Hospital του Ηνωμένου Βασιλείου.

Καμία από τις προηγούμενες μελέτες δεν είχε κάνει σωστή προσαρμογή για την εποχική έκθεση στον ήλιο και τη φυσική δραστηριότητα, συνήθειες που επηρεάζουν σημαντικά τα επίπεδα της βιταμίνης D. Οι περισσότερες δεν είχαν κάνει επίσης διαχωρισμό μεταξύ της επώδυνης και της ανώδυνης ΔΠΝ. Επιπλέον, οι προηγούμενες έρευνες δεν είχαν κάνει λεπτομερή εκτίμηση της περιφερικής νευροπάθειας με εξέταση της διαδερμικής πυκνότητας νεύρων.

«Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς ανοίγει ένα νέο πεδίο έρευνας», είπε ο Τεσφέι. «Είναι εξαιρετικά κοινή διαταραχή. Το 25% των ασθενών με ΔΠΝ παρουσιάζει άλγος, ωστόσο αρκετοί παραμένουν αδιάγνωστοι καθώς θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα της γήρανσης», εξήγησε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetic Medicine.

Διαφοροποίηση μεταξύ Επώδυνης και Ανώδυνης ΔΠΝ

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 45 λευκοί Ευρωπαίοι με διαβήτη τύπου 2 και 14 υγιείς εθελοντές. Οι διαβητικοί χωρίστηκαν σε 3 ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιελάμβανε 17 ασθενείς με επώδυνη ΔΠΝ, η δεύτερη 14 ασθενείς με ανώδυνη ΔΠΝ και η τρίτη 14 ασθενείς χωρίς ΔΠΝ.

Υπολογίστηκε η έκθεση στον ήλιο και η φυσική άσκηση για κάθε εθελοντή. Έγινε επίσης δερματική βιοψία κάτω άκρων και μετρήθηκε η 25-υδροξυβιταμίνη D από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο. Η σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και της λειτουργικότητας των νευρικών ινών εκτιμήθηκε επίσης με τη χρήση τεχνικών ποσοτικού υπολογισμού της αισθητικότητας, δερματικής βιοψίας και διερεύνηση της νευρικής αγωγιμότητας.

Τελικά, μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το ΔΜΣ, τη φυσική άσκηση και την έκθεση στο φως, τα επίπεδα της βιταμίνης D ήταν σημαντικά χαμηλότερα στους ασθενείς με επώδυνη ΔΠΝ (34.9 nmol/L) σε σχέση με τους  υγιείς εθελοντές (62.1nmol/L), αυτούς χωρίς ΔΠΝ (49.6 nmol/L) και αυτούς με ανώδυνη ΔΠΝ (53.1 nmol/L). Η βιταμίνη D ήταν η μόνη ανεξάρτητη μεταβλητή που είχε σημαντική επίδραση, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Εξηγώντας τα αποτελέσματα αναφορικά με τον υπολογισμό της περιφερικής νευροπάθειας, ο Τεσφέι δήλωσε ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέθηκαν με χαμηλό όριο αίσθησης του κρύου μέσω βιοψίας δέρματος, τεχνική που θεωρείται ιδανική για τη διάγνωση και εκτίμηση της νευροπάθειας των μικρών ινών. Τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D σχετίστηκαν επίσης με υποεπιδερμικές πυκνότητες νευρικών ινών.

«Οι ασθενείς με επώδυνη ΔΠΝ είχαν λιγότερο ευαίσθητες μικρές νευρικές ίνες και μπορούσαν να αντιληφθούν το κρύο μόνο στη θερμοκρασία των 11°C», πρόσθεσε.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της επώδυνης ΔΠΝ παίζοντας σημαντικό ρόλο στην παθογένεια της νευροπάθειας των μικρών ινών, εξήγησαν οι ερευνητές.

«Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνουν καθαρή σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και του ορίου ανίχνευσης του κρύου, όπως υπολογίζεται από τις μικρές ίνες. Διαπιστώσαμε επίσης ότι η χαμηλή βιταμίνη D σχετίζεται με χαμηλές υποεπιδερμικές νευρικές ίνες», πρόσθεσε ο Τεσφέι.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η επώδυνη ΔΠΝ συχνά παραμένει αδιάγνωστη, αλλά ακόμα και όταν διαγιγνώσκεται τα διαθέσιμα φάρμακα είναι ελάχιστα.

Οι θεραπείες που χρησιμοποιούνται σήμερα, δηλαδή η αμιτριπτυλίνη και η γκαμπαπεντίνη μεταξύ άλλων, είναι αποτελεσματικές μόλις στο 1/3 των ασθενών και περιορίζουν το αίσθημα πόνου κατά 50%.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι επίσης αρκετές και συχνές. «Τα φάρμακα αυτά αντιμετωπίζουν τον πόνο αλλά προκαλούν σημαντικά προβλήματα στον ασθενή. Αν η βιταμίνη D μπορεί να βελτιώσει τον πόνο χωρίς να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, τότε η έρευνά μας θα έχει αποδειχθεί μεγάλη επιτυχία».

Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι λόγω του μικρού μεγέθους της έρευνας, τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερους πληθυσμούς.

Βιβλιογραφία: Medscape