Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας 10ετούς προοπτικής μελέτης, η οστική πυκνότητα στους άνδρες ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 παρουσιάζει έκπτωση πρώιμα, γεγονός που ωστόσο δεν παρατηρείται στις γυναίκες.

Η διαβήτης τύπου 1 έχει σχετιστεί με 6 φορές αυξημένο κίνδυνο για κατάγματα του ισχίου σε διάφορες επιδημιολογικές έρευνες. Οι περισσότερες έρευνες έχουν παρατηρήσει επίσης μείωση της οστικής πυκνότητας στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, η οποία ωστόσο είναι μεγαλύτερη στους άνδρες.

Σε μία προηγούμενη μελέτη, ο Δρ. Τίμοθι Ντέιβις και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας και το Νοσοκομείο Φρέμαντλ, διαπίστωσαν ότι οι άνδρες με διαβήτη τύπου 1 είχαν μειωμένη οστική πυκνότητα στο ισχίο, το μηριαίο οστό και τη σπονδυλική στήλη σε σύγκριση με μία ομάδα ελέγχου. Η διαφορά αυτή δεν παρατηρήθηκε στις γυναίκες.

Για την παρούσα μελέτη, επανεκτίμησαν 48 από τους 102 εθελοντές με διαβήτη μετά από 10 χρόνια.

Μετά από προσαρμογή για την ηλικία και το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), οι άνδρες είχαν στατιστικά σημαντική αύξηση στην οστική πυκνότητα και στο Τ-σκορ στο χαμηλότερο μέρος της σπονδυλικής στήλης μετά από 10 χρόνια, με παρόμοια αλλά όχι στατιστικά σημαντική τάση στον βραχίονα και καμία αλλαγή στο ισχίο ή στο μηριαίο οστό.

Εν αντιθέσει, οι γυναίκες δεν παρουσίασαν κάποια αλλαγή στην οστική πυκνότητα ή το Τ-σκορ σε οποιοδήποτε σημείο μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το ΔΜΣ και την εμμηνόπαυση.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Οι άνδρες στην παρούσα μελέτη είχαν χαμηλότερη οστική πυκνότητα από τις γυναίκες με την ίδια νόσο καθώς και με όλους τους εθελοντές των ομάδων ελέγχου.

Κατά τη διάρκεια των 10 ετών, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στο P1NP και στην οστεοκαλσίνη του ορού και τάση για μείωση στο CTX μόνο στους άνδρες, χωρίς ωστόσο να παρατηρηθούν άλλες σημαντικές αλλαγές στους βιοχημικούς ή ορμονικούς δείκτες του μεταβολισμού των οστών τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

«Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για περισσότερες έρευνες σχετικά με την οστική πυνότητα στα πρώιμα στάδια του διαβήτη 1 στους άνδρες, καθώς φαίνεται ότι τότε επηρεάζονται περισσότερο τα οστά και ιδιαίτερα το μηριαίο, πιθανώς ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας της ινσουλίνης και του χαμηλού μεταβολικού ελέγχου», κατέληξαν οι ερευνητές.

Ο Δρ Βάιραλ Σα, από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, διεξήγαγε επίσης μία μελέτη και παρατήρησε έκπτωση της οστικής πυκνότητας σε εφήβους με διαβήτη τύπου 1. «Η παραπάνω έρευνα δεν παρατήρησε σημαντικές αλλαγές στην οστική πυκνότητα του μηριαίου οστού και του ισχίου στους άνδρες και τις γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 μέσα σε 10 χρόνια. Ωστόσο, το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν κατάγματα, αν και δεν είναι στατιστικά σημαντικό, παρουσίασε αύξηση κατά την ίδια χρονική διάρκεια. Αυτό μας δείχνει ότι διάφορα προβλήματα με τη δομική σύσταση και την ποιότητα των οστών πιθανώς ευθύνονται για τον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων σε αυτό τον πληθυσμό».

«Η οστική πυκνότητα που υπολογίζεται με την DXA μπορεί να μην αποτελεί καλό δείκτη για τον κίνδυνο καταγμάτων στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1», συμπλήρωσε. «Η ασβεστοποίηση της αορτικής βαλβίδος και οι εκφυλιστικές νόσοι που επηρεάζουν την οσφυϊκή μοίρα είναι συχνές στους ασθενείς με διαβήτη. Επομένως, η οστική πυκνότητα στην οσφυϊκή μοίρα πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς».

«Τα τελευταία 30 χρόνια η έρευνα για το διαβήτη τύπου 1 έχει επικεντρωθεί στη βελτίωση της ρύθμισης και τον περιορισμό των μικροαγγειακών επιπλοκών που σχετίζονται με αυτόν», είπε ο Δρ Σα. «Σήμερα, το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 με αποτέλεσμα να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες προκειμένου να κατανοήσουμε πώς επηρεάζεται η γεωμετρία και η δομή των οστών από τη νόσο με σκοπό να προληφθεί η νοσηρότητα και η θνησιμότητα από τα κατάγματα σε αυτό τον πληθυσμό».

Βιβλιογραφία: Medscape