400 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως υποφέρουν από διαβήτη τύπου 2, ένα χρόνιο νόσημα που επηρέαζει αρκετά οργανικά συστήματα και μπορεί να οδηγήσει σε καρδιαγγειακή νόσο, νεφρικές βλάβες, τύφλωση ή άλλες επιπλοκές.

Τα καλά νέα είναι ότι ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να προληφθεί μέσω της διατήρησης ενός υγιούς σωματικού βάρους, τακτικής άσκησης και υγιεινής διατροφής. Ωστόσο, ακόμα κι αν τελικά εμφανιστεί διαβήτης, η νόσος μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι είναι δυνατό να αναστραφεί η διάγνωση του διαβήτη και η νόσος να επέλθει σε ύφεση. Μία πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι η επίτευξη του παραπάνω στόχου είναι ευκολότερη απ’όσο πιστεύαμε.

«Γνωρίζουμε εδώ και αρκετό καιρό ότι ο διαβήτης μπορεί να επέλθει σε ύφεση με δραστικά μέτρα όπως προγράμματα εντατικής απώλειας βάρους ή σημαντικό περιορισμό στην πρόσληψη θερμίδων», είπε η επιδημιολόγος Χατζίρα Ντάμπα-Μίλερ από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

«Οι παραπάνω παρεμβάσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολες για τους περισσότερους ασθενείς», πρόσθεσε.

Η δήλωση αυτή ουσιαστικά αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα. Σε μία κλινική δοκιμή του 2017, ζητήθηκε από τους εθελοντές να ακολουθήσουν μία αυστηρή δίαιτα πλήρους αντικατάστασης της διατροφής με ειδικά ροφήματα χαμηλών θερμίδων για 5 μήνες πριν ξεκινήσουν εκ νέου τη διατροφή με κανονικά τρόφιμα.

Οι παρεμβάσεις τέτοιου τύπου είναι συνήθως αποτελεσματικές, ενώ το ίδιο ισχύει και για άλλες εντατικές προσεγγίσεις που περιλαμβάνουν συνδυασμό φαρμάκων, ινσουλίνης και αλλαγών στον τρόπο ζωής.

Σύμφωνα με τη Ντάμπα-Μίλλερ, ωστόσο, οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 μπορεί να μην χρειάζονται τόσο ακραία μέτρα για την αντιμετώπιση της νόσου.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ο διαβήτης μπορεί να αντιμετωπιστεί, τουλάχιστον για 5 χρόνια, με μία μέτρια απώλεια βάρους της τάξεως του 10%», όπως υποστήριξε.

Στη νέα τους έρευνα, οι επιστήμονες εξέτασαν 867 εθελοντές ηλικίας 40-69 ετών με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2.

Στη διάρκεια των 5 ετών της έρευνας, κάποιοι από τους εθελοντές έκαναν παρεμβάσεις για τον περιορισμό του σωματικού βάρους και επιπλέον ενημέρωση ενώ η ομάδα ελέγχου έκανε την τυπική θεραπεία.

Τελικά, μετά από 5 χρόνια, 257 εθελοντές (περίπου το 30% του συνολικού πληθυσμού της έρευνας) πέτυχαν ύφεση του διαβήτη.

Συγκριτικά με αυτούς που διατήρησαν το ίδιο βάρος σε όλη τη διάρκεια της έρευνας, αυτοί που έχασαν το 10% ή περισσότερο του σωματικού βάρους υπερδιπλασίασαν την πιθανότητα επίτευξης ύφεσης ή αντιμετώπισης του διαβήτη, χωρίς να χρειαστεί να λάβουν υπερβολικά μέτρα στη διατροφή και τον τρόπο ζωής.

Οι επιστήμονες της έρευνας σημείωσαν ότι προηγούμενες κλινικές δοκιμές που υποστήριξαν ότι χρειάζεται απώλεια βάρους 15% ή υψηλότερη αποθαρρύνουν τους εθελοντές καθώς ο στόχος αυτός είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί και χρειάζεται σημαντικές φυσικές και συναισθηματικές αλλαγές.

«Η νέα μας έρευνα ουσιαστικά δείχνει ότι για τους ασθενείς με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2, η απώλεια βάρους προσφέρει οφέλη και επομένως δεν χρειάζεται να θέτουν ουτοπικούς στόχους», εξήγησαν οι επιστήμονες.

«Οι προηγούμενες έρευνες μάς είχαν δείξει ότι όταν προσπαθούμε να χάσουμε βάρος, ένας μη ρεαλιστικός στόχος συχνά οδηγεί σε εγκατάλειψη των προσπαθειών και αποτυχία».

Οι παρατηρήσεις της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Diabetic medicine.

Φωτογραφία: Marco Verch Professional Photographer and Speaker (CC BY 2.0)