Το μεταβολικό σύνδρομο αναφέρεται σε ένα σύνολο παραγόντων κινδύνου για σοβαρές παθήσεις, μεταξύ των οποίων ο διαβήτης, η καρδιαγγειακή νόσος και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι παράγοντες κινδύνου που εντάσσονται στο μεταβολικό σύνδρομο περιλαμβάνουν την παχυσαρκία και την υπέρταση, μεταξύ άλλων.

Σήμερα, το 1/3 περίπου των κατοίκων του Δυτικού κόσμου πάσχει από μεταβολικό σύνδρομο. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα, μάλιστα, τα ποσοστά στους ηλικιωμένους είναι ακόμα υψηλότερα, με την κατάσταση αυτή να επηρεάζει σχεδόν 1 στους 2 ενήλικες άνω των 60.

Η παχυσαρκία, μία κατάσταση που συνδέεται ισχυρά με το μεταβολικό σύνδρομο, παρουσιάζει επίσης υψηλά ποσοστά στις δυτικές κοινωνίες.

Η διάγνωση του μεταβολικού συνδρόμου επιτρέπει στους ασθενείς να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους πριν εμφανιστούν παθήσεις όπως ο διαβήτης.

Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες αλλαγές που πρέπει να γίνουν για τη βελτίωση της υγείας δεν είναι πάντοτε εύκολες. Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνουν απώλεια βάρους, περιορισμό του στρες, φυσική άσκηση και διακοπή του καπνίσματος.

Μία νέα έρευνα, εξέτασε για πρώτη φορά τις επιδράσεις της διαλειμματικής νηστείας στην απώλεια βάρους, την αντιμετώπιση της υπέρτασης και τη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα σε εθελοντές με μεταβολικό σύνδρομο.

Η διαφορά της νέας αυτής μελέτης, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism, σε σχέση με τις προηγούμενες είναι ότι εξέτασε τις επιδράσεις της διαλειμματικής νηστείας σε εθελοντές με μεταβολικό σύνδρομο και όχι σε πειραματόζωα ή υγιείς εθελοντές.

«Οι ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο ή προδιαβήτη πρέπει να κάνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής τους για προληφθεί η εμφάνιση των παθήσεων που σχετίζονται με την κατάσταση αυτή», είπε η Dr Pam Taub, από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια.

«Στο σημείο αυτό, η πορεία της νόσου μπορεί να αναστραφεί. Ωστόσο, αρκετές από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι δύσκολο να επιτευχθούν. Παρατηρήσαμε ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για απλές αλλαγές που μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα».

Κλινικές Δοκιμές της Διαλειμματικής Νηστείας

Γνωρίζοντας ότι η διαλειμματική νηστεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του μεταβολικού συνδρόμου στα ποντίκια, οι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν τα παραπάνω ευρήματα σε κλινικό περιβάλλον.

«Διαβάζουμε αρκετά σήμερα για τα οφέλη της διαλειμματικής νηστείας, ωστόσο δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τα παραπάνω οφέλη. Για το λόγο αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε μία καλοσχεδιασμένη και λεπτομερή κλινική μελέτη», είπε η Dr Taub.

Οι εθελοντές της έρευνας μπορούσαν να φάνε χωρίς περιορισμούς μέσα σε ένα διάστημα 10 ωρών κάθε μέρα. Οι επιστήμονες είπαν στους 19 εθελοντές με μεταβολικό σύνδρομο ότι το είδος και η ποσότητα των τροφίμων δεν είχε σημασία, αρκεί να περιοριζόταν σε ένα διάστημα 10 ωρών κάθε μέρα.

Η προσέγγιση αυτή είχε αποδειχθεί αποτελεσματική στα ποντίκια και θεωρείται εύκολη στην εφαρμογή από τους περισσότερους ανθρώπους.

«Οι εθελοντές της έρευνας μπορούσαν να επιλέξουν μόνοι τους ποιες θα είναι οι 10 ώρες που μπορούν να καταναλώσουν θερμίδες. Μπορούσαν επίσης να μεταφέρουν τη διάρκεια αυτή για να ταιριάζει καλύτερα στο καθημερινό τους πρόγραμμα. Οι περισσότεροι εθελοντές δήλωσαν ότι μπορούσαν να ακολουθήσουν με ευκολία τη δίαιτα αυτή».

«Δεν θέσαμε κάποιο όριο στον αριθμό των θερμίδων που μπορούν να καταναλώσουν οι εθελοντές μέσα στις 10 αυτές ώρες», είπε η Dr Taub.

Οι περισσότεροι εθελοντές ήταν παχύσαρκοι, ενώ το 84% έπαιρνε τουλάχιστον ένα φάρμακο, όπως για παράδειγμα αντιϋπερτασικά ή στατίνες.

Το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται με τουλάχιστον 3 από τα παρακάτω: υπέρταση, υψηλή γλυκόζη αίματος, υψηλά τριγλυκερίδια, χαμηλή HDL και κοιλιακή παχυσαρκία.

Απώλεια Βάρους και Ποιότητα Ύπνου

«Μόλις ξεκίνησαν τη διαλειμματική νηστεία, οι εθελοντές άρχισαν να νιώθουν καλύτερα και να κοιμούνται περισσότερο, γεγονός που τους βοήθησε να συνεχίσουν τη διαιτα», είπε η Dr Taub.

Σχεδόν όλοι οι εθελοντές έτρωγαν πρωινό αργότερα (σχεδόν 2 ώρες μετά την αφύπνιση) και βραδινό νωρίτερα (σχεδόν 3 ώρες πριν τον ύπνο).

Η έρευνα είχε διάρκεια 3 μήνες. Οι εθελοντές, στο τέλος της έρευνας, είχαν χάσει το 3% του σωματικού τους βάρους, ενώ το κοιλιακό και το σπλαγχνικό τους λίπος είχαν μειωθεί κατά το ίδιο ποσοστό.

«Όλες οι παραπάνω επιδράσεις μειώνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων», είπε η Dr Taub.

Οι περισσότεροι εθελοντές παρουσίασαν επίσης μείωση στην αρτηριακή πίεση και στα επίπεδα της χοληστερόλης, με παράλληλη βελτίωση στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας. Οι εθελοντές ανέφεραν επίσης υψηλότερη ενέργεια, με το 70% να αναφέρει επίσης αύξηση στην ποιότητα και τη διάρκεια ύπνου.

Δήλωσαν επίσης ότι ήταν ευκολότερο να ακολουθήσουν τη διαλειμματική νηστεία σε σχέση με τις δίαιτες υπολογισμού θερμίδων ή την άσκηση, με αποτέλεσμα περισσότερο από τα 2/3 να συνεχίσει τη διαλείμματική νηστεία για σχεδόν 1 χρόνο μετά το τέλος της έρευνας.

Καταλήγοντας, η Dr Taub τόνισε ότι αν αποφασίσετε να ξεκινήσετε μία διαλειμματική νηστεία, θα πρέπει πρώτα να λάβετε την έγκριση του γιατρού σας καθώς η απώλεια βάρους μπορεί να οδηγήσει σε προσαρμογή της δόσης των φαρμάκων που παίρνετε.

Φωτογραφία: Tom Swinnen