Η αλλαγή της θεραπείας από τη μετφορμίνη σε μία σουλφονυλουρία αυξάνει τον κίνδυνο ανεπιθυμήτων ενεργειών στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αντώνιος Δούρος από τον Καναδά, δημοσιεύτηκαν στο BMJ.

Οι ασθενείς που έπαιρναν σουλφονυλουρίες σαν δεύτερης γραμμής θεραπεία είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, θνησιμότητας από όλα τα αίτια και σοβαρής υπογλυκαιμίας σε σύγκριση με αυτούς που έκαναν μονοθεραπεία με μετφορμίνη, ακόμα και αν η τελευταία προσέφερε λιγότερο αποτελεσματικό γλυκαιμικό έλεγχο.

Οι επιδράσεις στην πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου και τη θνησιμότητα από όλα τα αίτια παρουσιάστηκαν από την αντικατάσταση της μετφορμίνης με σουλφονυλουρίες και όχι με την προσθήκη των τελευταίων στη θεραπεία με μετφορμίνη.

«Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει τις παρούσες οδηγίες για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η προσθήκη των σουλφονυλουριών είναι πιο ασφαλής από την αντικατάσταση της μετφορμίνης», είπε ο Δούρος.

Σε μία συμπληρωματική έκδοση, οι συγγραφείς τονίζουν ότι οι σουλφονυλουρίες παραμένουν το πλέον κοινό φάρμακο δεύτερης γραμμής για το διαβήτη τύπου 2 παρά τη συσχέτισή τους με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και το γεγονός ότι υπάρχουν πλέον νέες κατηγορίες φαρμάκων. Δήλωσαν επίσης ότι είναι είναι δύσκολο να καθοριστούν νέες οδηγίες για την κλινική πράξη από έρευνες παρατήρησης, καθώς μπορεί να υπάρχουν διαφορές σε παράγοντες που δε εξετάζονται από τη μελέτη.

Οι επιστήμονες κατέληξαν ότι είναι προτιμότερο να συνεχίζεται η μονοθεραπεία με μετφορμίνη, ακόμα και αν πρέπει να τεθούν υψηλότεροι στόχοι για την HbA1c παρά να αντικατασταθεί η μετφορμίνη από σουλφονυλουρίες, αν λάβουμε υπόψη τις μακροαγγειακές επιδράσεις και την υπογλυκαιμία.

Τέλος, δήλωσαν ότι ότι τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν τις θετικές επιδράσεις της μετφορμίνης, καθώς ο αυξημένος κίνδυνος από τις σουλφονυλουρίες παρατηρήθηκε κυρίως στους ασθενείς που σταμάτησαν τελείως τη μετφορμίνη.

Ποιοι είναι οι κίνδυνοι από την αντικατάσταση της μετφορμίνης με σουλφονυλουρίες;

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 77138 ασθενείς ηλικίας άνω των 40 ετών με πρώτη συνταγογράφηση μετφορμίνης μεταξύ του Απριλίου 1998 και του Μαρτίου 2013, από τους οποίους οι 25699 προσέθεσαν ή άλλαξαν την αγωγή τους σε σουλφονυλουρίες μέχρι το Μάρτιο του 2014.

Ένα σύνολο 23592 εθελοντών που προσέθεσαν ή άλλαξαν την αγωγή τους σε σουλφονυλουρίες αντιστοιχήθησαν σε ένα ίδιο αριθμό ασθενών που παρέμειναν στη μονοθεραπεία με μετφορμίνη.

Τα συχνότερα αίτια θανάτου ήταν ο καρκίνος (31%), τα καρδιαγγειακά νοσήματα (31%) και οι παθήσεις του αναπνευστικού (10%).

Η χρήση των σουλφονυλουριών ως δεύτερης γραμμής θεραπεία σχετίστηκε με 26% αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε σχέση με τη συνέχιση της μονοθεραπείας με μετφορμίνη.

Οι εθελοντές που έπαιρναν σουλφονυλουρίες είχαν επίσης 28% αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από όλα τα αίτια σε σύγκριση με αυτούς που έκαναν μονοθεραπεία με μετφορμίνη.

Παρατηρήθηκαν επίσης αυξημένα ποσοστά ισχαιμικού εκγεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου που δεν θεωρήθηκαν στατιστικώς σημαντικά.

Η προσθήκη μίας σουλφονυλουρίας στη θεραπεία με μετφορμίνη δεν αύξησε σημαντικά τα μακροαγγειακά επεισόδια σε σύγκριση με τη συνέχιση της μονοθεραπείας με μετφορμίνη.

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των ασθενών που προσέθεσαν σουλφονυλουρίες στην αγωγή τους με αυτούς που αντικατέστησαν τη μετφορμίνη με σουλφονυλουρίες, φάνηκε ότι η δεύτερη ομάδα είχε 51% αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και 23% αυξημένη θνησιμότητα από όλα τα αίτια σε σχέση με την πρώτη. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές αναφορικά με τη συχνότητα του ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, του καρδιαγγειακού θανάτου ή της σοβαρής υπογλυκαιμίας.

Οι σουλφονυλουρίες είναι επικίνδυνες, η μετφορμίνη έχει προστατευτική δράση ή και τα δύο;

Διάφοροι μηχανισμοί μπορεί να είναι ικανοί να εξηγήσουν την αύξηση στον κίνδυνο από την αλλαγή της θεραπείας σε σουλφονυλουρίες, είπε ο Δούρος και οι συνεργάτες του.

Οι σουλφονυλουρίες σχετίζονται με αύξηση του σωματικού βάους, καθώς και υπογλυκαιμία, τα οποία ενοχοποιούνται για τις αρρυθμίες και την καρδιακή ισχαιμία.

Επιπλέον, η απουσία αυξημένου κινδύονου εμφράγματος μυοκαρδίου που σχετίζεται με την προσθήκη σουλφονυλουριών στη μετφορμίνη συνιστά ότι η μετφορμίνη μπορεί να έχει προστατευτική δράση.

Πρέπει να τονιστεί, ωστόσο, ότι η διαφορά του κινδύνου ανάμεσα στις δύο ομάδες ασθενών μπορεί να εξηγείται από την ποσότητα της δόσης, καθώς οι ασθενείς που κάνουν μονοθεραπεία με σουλφονυλουρίες χρειάζονται γενικά μεγαλύτερες δόσεις των συγκεκριμένων φαρμάκων. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι αυτό το ενδεχόμενο χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Βιβλιογραφία: Medscape