Μία ομάδα ερευνητών ανακάλυψε προσφάτως μία γενετική μετάλλαξη η οποία επιβραδύνει το μεταβολισμό της γλυκόζης στο έντερο. Κατά συνέπεια, τα άτομα που φέρουν την παραπάνω μετάλλαξη έχουν μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, παχυσαρκίας, καρδιακής ανεπάρκειας, ακόμα και θανάτου. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το εύρημά τους μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη νέων θεραπειών οι οποίες θα μιμούνται τις επιδράσεις της μετάλλαξης, προσφέροντας σημαντικά οφέλη στα εκατομμύρια των ασθενών που πάσχουν από διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια ή παχυσαρκία.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Journal of the American College of Cardiology.

«Είμαστε ενθουσιασμένοι με αυτή την έρευνα καθώς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη σύνδεση μεταξύ αυτών που τρώμε, αυτών που απορροφώνται και του κινδύνου διαφόρων νόσων. Η γνώση αυτή ανοίγει το δρόμο για την ανάπτυξη νέων θεραπειών για τα καρδιομεταβολικά νοσήματα», είπε ο Σκοτ Σόλομον, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και επικεφαλής της έρευνας. Αυτή είναι η πρώτη έρευνα που εξετάζει τη σύνδεση μεταξύ του γονιδίου που ευθύνεται για την απορρόφηση της γλυκόζης στο έντερο (SGLT-1) και των καρδιομεταβολικών παθήσεων.

Οι άνθρωποι που φέρουν τη συγκεκριμένη μετάλλαξη φαίνεται να έχουν πλεονέκτημα αναφορικά με τη διατροφή, σημείωσε ο Σόλομον. Αυτοί που κάνουν δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και φέρουν τη μετάλλαξη αυτή, θα απορροφήσουν συνολικά λιγότερη γλυκόζη σε σχέση με αυτούς που έχουν το φυσιολογικό γονίδιο. Η διατροφή πλούσια σε υδατάνθρακες περιλαμβάνει τρόφιμα όπως τα μακαρόνια, το ψωμί, τα μπισκότα και τα ζαχαρούχα ποτά.

Στην έρευνα, οι επιστήμονες εξέτασαν τη σχέση μεταξύ των μεταλλάξεων του SGLT-1 και των καρδιομεταβολικών νόσων χρησιμοποιώντας γενετικά δεδομένα από 8478 εθελοντές που είχαν λάβει μέρος στη μελέτη Atherosclerosis Risk in Communities (ARIC). Η τελευταία, ήταν μία μελέτη παρατήρησης διάρκειας 25 ετών για την αθηροσκλήρωση και τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου στα άτομα που ζουν στις ΗΠΑ.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το 6% περίπου των εθελοντών έφερε μία μετάλλαξη στο γονίδιο SGLT-1 η οποία προκαλεί μειωμένη απορρόφηση της γλυκόζης. Τα άτομα με την προαναφερθείσα μετάλλαξη είχαν μειωμένη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, μικρότερο ΔΜΣ, μειωμένη συχνότητα καρδιακής ανεπάρκειας και γενικά μειωμένη θνησιμότητα σε σχέση με τα άτομα που δεν έφεραν τη μετάλλαξη, ακόμα και μετά από προσαρμογή για παράγοντες της διατροφής (συνολική πρόσληψη θερμίδων, νατρίου και σακχάρων).

Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, οι επιστήμονες συμπέραναν ότι ο εκλεκτικός αποκλεισμός του υποδοχέα SGLT-1 μπορεί να αποτελέσει ένα τρόπο να επιβραδυνθεί η απορρόφηση της γλυκόζης, με σκοπό να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν οι καρδιομεταβολικές νόσοι και οι συνέπειές τους. Προειδοποιούν ωστόσο, ότι η ανάπτυξη των φαρμάκων αυτών θα χρειαστεί αρκετά χρόνια και θα πρέπει να γίνουν κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί ότι τα φάρμακα αυτά πραγματικά μειώνουν τη συχνότητα του διαβήτη και της καρδιακής ανεπάρκειας και αυξάνουν τη διάρκεια ζωής.

Βιβλιογραφία: NIH