Ο διαβήτης τύπου 1 είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα που μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο εμφανίζεται συχνότερα στα παιδιά, τους εφήβους ή τους νεαρούς ενήλικες.

Αν και τα αίτιά του δεν είναι ακόμα γνωστά, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες κινδύνου για το μεταβολικό αυτό νόσημα.

Για παράδειγμα, ορισμένες έρευνες έχουν συνδέσει κάποια γονίδια με το διαβήτη τύπου 1. Τα γονίδια αυτά ρυθμίζουν την παραγωγή πρωτεϊνών που έχουν σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα, τα οποία ενοχοποιούνται για το 40% του γενετικού κινδύνου για τη νόσο.

Ωστόσο, ένα μικρό μόλις ποσοστό των ασθενών που φέρουν τα γενετικά αυτά αλληλόμορφα παρουσιάζουν τελικά διαβήτη τύπου 1. Στην πραγματικότητα, το 5% των ασθενών με παραλλαγές των HLA γονιδίων εμφανίζουν τη νόσο και ο λόγος είναι ότι ο κίνδυνος εμφάνισης επηρεάζεται από αρκετούς περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος είναι ένας από αυτούς τους παράγοντες. Αρκετές έρευνες έχουν εξετάσει το ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στις αυτοάνοσες παθήσεις και έχουν διαπιστώσει ότι η ισορροπία των βακτηρίων του εντέρου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση της υγείας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Μία νέα έρευνα αποφάσισε να εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στα γονίδια του HLA και το μικροβίωμα των βρεφών με γενετική προδιάθεση για εμφάνιση διαβήτη τύπου 1.

Ο Τζόνι Λούντβιγκσον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Linkoping στη Σουηδία, ήταν ένας από τους συγγραφείς της έρευνας. Τα αποτελέσματα της μελέτης τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.

Τα Γονίδια και η Ποικιλομορφία του Μικροβιώματος

Ο Λούντβιγκσον και η ομάδα του εξέτασαν δεδομένα από τη μελέτη All Babies in Southeast Sweden (ABIS). Η μελέτη αυτή είχε ξεκινήσει με σκοπό να διερευνηθεί περισσότερο ο λόγος που τα παιδιά εμφανίζουν διάφορες παθήσεις που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα.

Η μελέτη ABIS περιέχει δεδομένα από ερωτηματολόγια, καθώς και βιολογικά δείγματα από σχεδόν 17.000 παιδιά που είχαν γεννηθεί ανάμεσα στο 1997 και το 1999. Οι επιστήμονες συνέλεξαν βιολογικά δείγματα (δείγματα αίματος, ούρων, κοπράνων και τριχών) στη γέννηση και στις ηλικίες του 1, 2-3 και 5-6 ετών.

Η μελέτη ABIS περιέχει επίσης δεδομένα για τα γονίδια του HLA. Για την έρευνά τους, ο Λούντβιγκσον και οι συνεργάτες του ανέλυσαν τη σύνδεση ανάμεσα στη γεντική προδιάθεση και το μικροβίωμα σε 403 παιδιά.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, οι προηγούμενες έρευνες που εξέτασαν το ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στο διαβήτη τύπου 1, είχαν εξετάσει μόνο παιδιά με υψηλό γενετικό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη. Ωστόσο, η νέα έρευνα εξέτασε παιδιά με διαφορετικούς βαθμούς κινδύνου.

«Η μελέτη ABIS είναι ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς επιτρέπει να εξετάσουμε την επίδραση διαφόρων περιβαλλοντικών παραγόντων στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 1», είπε ο Λούντβιγκσον.

«Η μελέτη ABIS είναι η μοναδική μεγάλη μελέτη παρατήρησης που έχει παρακολουθήσει ένα πληθυσμό από τη γέννησή του, επομένως μας επιτρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο που αλληλεπιδρούν οι γενετικοί με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες».

Ορισμένα Βακτήρια Προστατεύουν από το Διαβήτη

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα παιδιά με αυξημένο γενετικό κίνδυνο είχαν διαφορετική σύνθεση στο εντερικό τους μικροβίωμα και διαφορετικά μικρόβια σε σχέση με τα παιδιά που δεν είχαν γενετική επιβάρυνση για το διαβήτη τύπου 1.

«Ο γενετικός κίνδυνος εμφάνισης αυτοανοσίας και διαβήτη τύπου 1 σχετίζεται με συγκεκριμένες αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα», δήλωσαν οι ερευνητές.

«Τόσο το κύριο μικροβίωμα όσο και η ποικιλομορφία βήτα διαφέρουν ανάλογα με την κατηγορία κινδύνου από τα HLA και το γενότυπο», πρόσθεσαν. Ο όρος «ποικιλομορφία βήτα» αναφέρεται στις μικροβιακές διαφορές ανάμεσα στα δείγματα δύο παιδιών.

Οι ερευνητές δήλωσαν επίσης ότι «οι προστατευτικοί απλότυποι των HLA σχετίζονται με τα βακτηριακά είδη Intestinibacter και Romboutsia». Ο «απλότυπος» των HLA περιγράφει το μοναδικό συνδυασμό των αλληλομόρφων του HLA που έχει ένα άτομο.

«Ορισμένα βακτηριακά είδη δεν βρίσκονται σε όλα τα παιδιά με υψηλό γενετικό κίνδυνο, ωστόσο ανευρίσκονται στα παιδιά με χαμηλό ή καθόλου αυξημένο κίνδυνο», πρόσθεσε ο Λούντβιγκσον.

«Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ορισμένα είδη έχουν προστατευτικές δράσεις και επομένως μπορεί να είναι χρήσιμα στη θεραπεία και πρόληψη των αυτοάνοσων νοσημάτων. Πιθανώς κάποια είδη βακτηρίων δεν μπορούν να επιβιώσουν στα άτομα με αυξημένο γενετικό κίνδυνο», κατέληξε ο ίδιος.

Φωτογραφία: Scientific Animations